1/4/2025
- Ο Νίκος Τζόγιας (1921-1996) ήταν ηθοποιός, πρωταγωνιστής του Εθνικού Θεάτρου και πρόεδρος του Δ. Σ. του, καθηγητής της Υποκριτικής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και πατέρας μου.
Τον θυμάμαι να μελετάει μεγαλόφωνα το ρόλο τουτριγυρνώντας στο σπίτι και πολύ μικρή άρχισα να μαθαίνω κι εγώ απέξω φράσεις ακατανόητες που επαναλάμβανα.
Πρώτη φορά, πριν ακόμα πάω σχολείο, τον είδα στη σκηνή ως Πετρούκιο στο “Ημέρωμα της Στρίγγλας” και θυμάμαι τη χαρά μου που είχε κερδίσει την καρδιά της ατίθασης Κατερίνας -της Βάσως Μανωλίδου. Από τότε έβλεπα πάντα τις παραστάσεις του – εκτός από το “Λορενζάτσιο” του Αλφρέ ντε Μυσέ που «δεν ήταν για παιδάκια», άρα ο μπαμπάς μου είχε ερωτική σκηνή… Τον έβλεπα στην Επίδαυρο, και αν η παράσταση μου άρεσε πηγαίναμε με τα παιδιά των άλλων ηθοποιών και τεχνικών κάθε βράδυ στις πρόβες στο αρχαίο θέατρο. Είδα δεκάδες φορές το μπαμπά μου στις Βάκχες και ως Διόνυσο και ως Πενθέα, στον “Αγαμέμνονα” με την Παξινού και τον Κωτσόπουλο. Είδα όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες να διδάσκουν και τους σκηνογράφους να στήνουν τους εφήμερους κόσμους τους.
Με φώναζε «σκιουράκι» και με κράταγε πάντα από το μικρό δαχτυλάκι κι εγώ καμάρωνα γιατί ήταν ψηλός και όμορφος. Όταν έβγαιναν το βράδυ με τη μαμά μου δεν έκλαιγα, σκεφτόμουν ότι είναι το πιο ωραίο ζευγάρι του κόσμου και περίμενα μαζί με το Ντένη μου να μας πει η μαμά την άλλη μέρα που πήγαν και τι έκαναν. Ο μπαμπάς μου δούλευε το βράδυ και κοιμόταν όλο το πρωί. Κι αυτό μου φαινόταν το κανονικό, όχι το ανάποδο.
Ο Νίκος Τζόγιας, δίδαξε με πάθος στους μαθητές του την Υποκριτική. Έχοντας χάσει παιδάκι τον πατέρα του, μεγάλωσεπάμφτωχος με τη δίψα για μάθηση, διάβασε τα πάντα και μπήκε στην Αντίσταση. Για μια καλύτερη ζωή φοίτησε συγχρόνως στην Πάντειο, τη Σχολή Καλών Τεχνών και τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι ανήκε στη σκηνή, τάχθηκε ολόψυχα σε αυτήν.Και παρέμεινε πάντα ιδεολόγος και αγωνιστής.
Ο μπαμπάς μου στα χρόνια της εφηβείας μου έγινε ο συνοδός μου. Με πήγε σε όλες τις μουσικές σκηνές όπου τρεμόπαιζε μια συγκαλυμμένη αντιχουντική φλόγα. Στον Σαββόπουλο, το Μαρκόπουλο, τον Γιοκαρίνη, τον αγαπημένο μου Γιώργο Μαρίνο. Γελάγαμε με την αμηχανία γνωστών του, πριν με συστήσει ως κόρη του και καμάρωνα όταν τα κορίτσια του ζητούσαν αυτόγραφο.
Τον Οκτώβριο του 1991 ο Νίκος Τζόγιας συμμετείχε ως Αφηγητής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη “Κατά Σαδδουκαίων Πάθη”. Η βροντερή φωνή του στους στίχους του Μιχάλη Κατσαρού μου φαίνεται σήμερα σαν επιτομή όλης της ζωής του”Αντισταθείτεσ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκικαι λέει: καλά είμαι εδώ”.
Ο μπαμπάς μου πέθανε 74 ετών την 1η Απριλίου του 1996 από σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Και επί 29 χρόνια δεν έχει περάσει μια μέρα χωρίς να τον σκεφτώ.
(Μαρία-Λουίζα Τζόγια)
