ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ
22 Μαΐου 2025
γράφει: η Ειρήνη Μουμούρη

Ελληνικών επειγόντων ανάγνωσμα…η συνέχεια.
Τα Επείγοντα για πρωταγωνιστές τους δεν έχουν μόνο ανθρώπους του καθήκοντος σαν τον Θανάση. Κατά εφημερίας απόδειξη τα Επείγοντα μέσα στις κουρτίνες τους κρύβουν και… καθίκια, νυκτός αλλά και και ημέρας! Καθίκια-υπανθρώπους, αυτούς που φορώντας την στολή γίνονται η ντροπή του ένστολου και η ταλαιπώρια του κάθε ασθενή. Είναι μούτρα γνωστά ,που κυκλοφορούν στους διαδρόμους του νοσοκομείου καθημερινά και… ατιμώρητα. Θα τους δείτε με σειρά εμφανίσεως…πάνω στο περιστατικό.
Ο ‘’ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ’’
-Θανάση βρήκες τραυματιοφορέα;
-Έχω ζητήσει.
-Από πού έρχεται;
-Βάζω στοίχημα από τα χειρουργεία, απάντησε ο Θανάσης και βγήκε στο διάδρομο μπας και τον πετύχει. Διάνα! Ο «Γλίτσας» είχε πιάσει ψιλή κουβέντα σε ένα ηλικιωμένο ζευγαράκι, που περίμεναν για να εξεταστεί ο παππούς.
-Τι θα γίνει ρε Θρασύβουλα , θα μας τιμήσεις με την παρουσία σου σήμερα; Τον ρώτησε ο Θανάσης.
-Θανάση γκρινιάζεις δεν γκρινιάζεις θα πάω, όσους μπορώ.
-Βεβαίως αλλά η απορία μου είναι γιατί φοράς πράσινο κοστουμάκι, μήπως χειρουργείς και σήμερα; Στη βάρδια τη δική μου θα είσαι εδώ, εάν σου ξαναπροκύψει χειρουργείο ειδοποίησε με τουλάχιστον για να βρω κανέναν …απλό τραυματιοφορέα και όχι ‘’καθηγητή’’.
Ο Θρασύβουλας έφυγε βρίζοντας και ο Θανάσης προσπαθούσε να βρει άλλον τραυματιοφορέα. «Ποιος είσαι ρε Θανάση, μονολογούσε, που θα τα βάλεις με τον «Καθηγητή»; γιατί ο «καθηγητής» ήταν και σήμερα πολύ απασχολημένος και δεν θα κούναγε φορείο. Ο «καθηγητής» -τραυματιοφορέας από τους παλιούς έβαζε ένα πράσινο κοστούμι χειρουργείου και με θράσος έβγαινε και ενημέρωνε ως γιατρός με…ορθάνοιχτη την τσέπη του, προκειμένου να γίνει ‘’σωστά’’ η ενημέρωση. Τον είχαν πιάσει πολλές φορές αλλά ο Θρασύβουλας συνέχισε, έτσι για την ιστορία ατιμώρητος μέχρι την σύνταξη. Έγκλημα χωρίς τιμωρία , παρέμεινε ο ‘’καθηγητής΄΄ , σύνηθες! Το έγκλημα στο ΕΣΥ επικρατεί της τιμωρίας.
ΤΑ ΖΩΑ ΜΟΥ ΑΡΓΑ
-Δεσποινίς, πονάει ο πατέρας μου και εδώ και δυο ώρες σας το έχουμε πει.
– Θα έρθω σε λίγο κύριε, έχω πολύ δουλειά.
Ο Θανάσης άκουσε τον διάλογο, είδε την κάρτα νοσηλείας του παππού, έβαλε το παυσίπονο και πήγε στο καπνιστήριο.
-Εδώ είναι Επείγοντα Μαίρη, δεν μπορείς να αφήνεις τον συνάδελφο μόνο του και να είσαι μονίμως για τσιγάρο. Έχεις χρεωθεί ασθενείς, πρέπει να κάνεις την νοσηλεία τους.
-Θα πω στο σωματείο Θανάση ότι, όταν είσαι υπεύθυνος βάρδιας δεν μου φέρεσαι σωστά.
-Βρε πόσες φορές σε έχω γλιτώσει από συνοδό, που ήθελε να σε βουτήξει γιατί είχες παρατήσει τους ασθενείς στον αυτόματο; Έχεις καταλάβει , ότι έχεις στα χέρια σου ανθρώπους; Όλο εξαφανίζεσαι και είμαστε και λίγοι, λες να μην το παίρνουμε είδηση;
-Εγώ θα κάνω τα διαλείμματά μου, δεν θα πεθάνω εδώ μέσα.
-Εσύ σίγουρα όχι , οι ασθενείς που έχεις όμως τι σου φταίνε;
-Θα σε πάω στο Σωματείο, ξανάπε η Μαιρούλα απειλητικά.
-Να με πας και στο Σωματείο και στον Δεσπότη αλλά μέχρι να με πας, να είσαι στο πόστο σου γιατί αλλιώς, εάν την ξανακοπανήσεις θα γράψω και εγώ μια αναφορά για χάρη σου και ας βαριέμαι τις καλλιγραφίες. Η Μαιρούλα έφυγε έξαλλη και άρχισε να ξεσπάει στους ασθενείς λέγοντας: « Δεν θα πεθάνουμε εμείς οι γεροί, επειδή εσείς αρρωστήσατε».
Μόλις την άκουσε ο Θανάσης ένιωσε ότι η περόνη είχε φύγει από το κεφάλι του, απασφάλισε σαν χειρομβομβίδα. Πλησιάζει την ‘’συνάδελφο’’ και της λέει σφυριχτά : «Ζήτα συγγνώμη, τώρα από τους ανθρώπους, αλλιώς θα γίνει εδώ μέσα Πέραμα-Τρούμπα-Πειραιάς».
-Συγγνώμη, είπε χαμηλόφωνα η Μαιρούλα.
-Πιο δυνατά δεσποινίς για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, της είπε ο Θανάσης, που εκείνη την ώρα είχε ανεβάσει πίεση.
Μετά το ψεύτικο συγγνώμη της Μαιρούλας ο Θανάσης ένιωθε ότι χειρότερα από τη βρωμιά του νοσοκομείου εκείνη την ώρα είχε κολλήσει πάνω του η μαυροψυχιά της ‘’συναδέλφου’’.
Ήξερε ο Θανάσης τόσα χρόνια στο κουρμπέτι για κάτι κνόδαλα σαν αυτή, που καμάρωναν στο σόι τους για δημόσιοι υπάλληλοι, καμάρωναν στο παππά της ενορίας τους για δημόσιοι λειτουργοί. Όταν όμως ερχόντουσαν στη βάρδια ήθελαν τον μισθό να τους τον στέλνουν σπίτι, χωρίς να αγγίξουν ασθενή ή εάν άγγιζαν τα τεμπέλικα χέρια τους στην καλύτερη τον έκαναν σουρωτήρι.
Ο Θανάσης σιχτίρισε μέσα από τα δόντια του την τεμπελχανού και κοίταξε τα χέρια των υπόλοιπων κοριτσιών στη βάρδια. Χέρια, που τα περισσότερα μάτωναν από το πλύσιμο και από τα γάντια. Χέρια άγρια, σκασμένα, που από τις κοκκινίλες δεν ήταν να τα εμφανίσεις πουθενά. Χέρια, που έβαζαν φάρμακα, σκούπιζαν δάκρυα και αίματα, καθάριζαν κώλους, έκλειναν πηγές. Χέρια μοιραία, που από την μια έκλειναν μάτια νεκρών και την ίδια ώρα αγκάλιαζαν τους ζωντανούς που κατέρρεαν μπροστά στον χαμό. Τα χέρια του παπά είναι ευλογημένα από τον Θεό και του νοσηλευτή από τον πόνο, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η διαφορά είναι ότι ο νοσηλευτής δεν έχει ανάγκη το χειροφίλημα, ο σεβασμός αρκεί!
Ο Θανάσης δεν καταγγέλθηκε ποτέ στους εργατοπατέρες γιατί η Μαιρούλα ήταν γνωστή για την εργατικότητα της αλλά με κάθε τέτοιο ζαγάρι στη βάρδια, παρακάλαγε πάντα τον Άγιο ‘’Εφημέριο’’ να γλιτώνουν οι ασθενείς. Ο προϊστάμενος του τμήματος δεν χάλαγε την ζαχαρένια του με τον τεμπέλη, απλώς για χρόνια τον έβαζε μαζί με τον εργατικό γιατί ως γνωστό του τεμπέλη το καρβέλι βγαίνει διπλό!
Ο ΤΑΞΙΘΕΤΗΣ
-Σας αρέσει εδώ δίπλα στο παράθυρο ε; Ωραία αφήστε και θα το τακτοποιήσω εγώ
«Ήρθε πάλι ο νταβάς των Επειγόντων» σκέφτηκε ο Θανάσης και ετοιμάστηκε για άλλον έναν καυγά.
-Θανάση το φορείο έχει τον μπάρμπα μου επάνω και θα μείνει εκεί δίπλα στο παράθυρο δεν θα φύγει για να πάει στην Παθολογική, σε πεντάκλινα και σε μαλακίες.
-Πολύ μεγάλο σόι έχεις ρε Τάσο, τόσο μεγάλο, που βγάζετε κυβέρνηση μόνοι σας.
-Άκουσε να δεις Θανασάκη, εδώ μέσα κάνω κουμάντο εγώ. Με εμένα πίνει ο Διοικητής καφέ και εάν του πω ότι δεν προσέχεις τους δικούς μου θα τιμωρηθείς.
-Δηλαδή τι θα μου κάνει; Θα με πάει στα Επείγοντα; Τάσο το σόι, σου, ο γείτονας, ο κουμπάρος και ο κολλητός σου πολύ συχνά αρρωσταίνουν. Εδώ μέσα όσοι έχουν σόι με εσένα και όσοι όχι το ίδιο είναι.
-Θα δεις τι έχει να γίνει κύριε- Θανάση, που δεν σέβεσαι τον παλιό συνάδελφο.
-Μα από σεβασμό σου λέω να καθίσεις σπιτάκι σου να απολαύσεις τη σύνταξη σου. Αντίθετα, κάθε δεύτερη μέρα είσαι εδώ για κρατήσεις ‘’ρεζερβέ’’, στο παράθυρο , στον υπέρηχο, στα εργαστήρια. Τώρα έρχεσαι πιο συχνά στο νοσοκομείο και από τότε, που δούλευες.
-Δεν ξέρεις με ποιον τα έβαλες.
-Στο μεταξύ ράψε καμιά τσέπη γιατί στις έχει ξηλώσει το…σόι.
-Τι έγινε ρε Θανάση και φωνάζεις τον ρώτησε η καθαρίστρια;
-Νταβά Επειγόντων έχεις ξαναδεί; Γενικό κουμανταδόρο και ταξιθέτη μαζί. Ξευτίλιζε τη στολή του όσο την φόραγε και συνεχίζει και χωρίς στολή.
-Θανάση μου μήπως σου κάνει κακό; ρώτησε φοβισμένη η καθαρίστρια.
-Σε εμένα όχι αλλά στο δόλιο το ΕΣΥ έκανε κάνει και θα κάνει ο κάθε σαλταδόρος-κομπιναδόρος. Κομπιναδόρος του ΕΣΥ- μοναδική ποικιλία ελληνική,μας τη ζητάνε για εξαγωγή και από τη Μαφία στην Ιταλία!
Ο ΘΡΗΣΚΟΣ
Μέσα στο νοσοκομείο, εκεί δίπλα στην αρρώστια εκτός από τα μικρόβια, που προκαλούν σήψη, βρίθουν μικροβίων και ψυχές, που σαπίζουν μέσα στην κατάλευκη του υγειονομικού στολή. Συνήθως αυτοί οι ‘’σάπιοι’’ εκτός από την λευκή στολή βάζουν για κάλυψη τους και τον Θεό.
Χρησιμοποιώντας την πίστη, που τη στιγμή της αρρώστιας γίνεται ανάγκη δεν διστάζουν να που ότι τα χέρια τους είναι για να θεραπεύουν και ας… θωπεύουν.
Είχε έρθει πάλι συγγενής και είχε πάει να δείρει έναν νοσοκόμο, που παρίστανε τον ‘’επιστήμονα΄΄ και έβαζε τα χέρια του, όπου δεν έπρεπε πάνω στη λιπόθυμη γυναίκα.
Είχε γίνει ξανά και ξανά το σκηνικό της θωπείας αλλά ο παλιάνθρωπος, όταν γινόταν η κάθε καταγγελία είχε την έξωθεν καλή μαρτυρία: «Είναι εξαίρετος χριστιανός και επιστήμων» επέμεναν παπάδες και Δεσποτάδες.
Είναι μεσημέρι και έρχεται άλλη μια γυναίκα στην εφημερία , που είχε πόνο στο στήθος.
Ο θρήσκος πλασαρίστηκε αμέσως για να κάνει το καρδιογράφημα, τράβηξε την κουρτίνα για να μην τον βλέπει ο σύζυγος αλλά δεν υπολόγισε τον…αέρα, που σαν από Θεία Δίκη σήκωσε την κουρτίνα και είδε ο σύζυγος τις κινήσεις του πάνω στο κορμί της κοπέλας. Ορμάει ο άντρας της πάνω του και πάει ο καρδιολόγος να τους χωρίσει αλλά ένα χέρι τον σταμάτησε.
«Στα έργα του Θεού, μην μπλέκεις θα σου έλεγε ο θρήσκος μας έτσι δεν είναι; ρώτησε τον καρδιολόγο ο Θανάσης, που στο μεταξύ είχε φέρει και ένα επιπλέον παραβάν για να υπάρχει πλήρης κάλυψη.
-Κάτι πρέπει να κάνουμε ρε Θανάση.
-Κάνουμε, αυτή τη στιγμη βοηθάμε στην απόδοση δικαιοσύνης επί… του πρακτέου. Αφού ο Θεός έκρινε ότι πρέπει να τις φάει η σιγανοπαπαδιά, γενηθήτω το θέλημα του!
– Θανάση δεν σε πιστεύω.
-Πες το Πιστεύω. Μόλις σου πω μπαίνεις μέσα δήθεν για να τον σώσεις. Τώρα!
Μπαίνει ο καρδιολόγος και ο Θανάσης πετάει το παραβάν πάνω στη σιγανοπαπαδιά και ταυτόχρονα λέει στον σύζυγο στο αυτί « Φύγε για να γλιτώσεις το αυτόφωρο».
Τα Επείγοντα είναι σαν τις φυλακές αποδίδουν την δική τους Δικαιοσύνη, όταν η ανθρώπινη παραμένει ως γνωστόν τυφλή.
-Τι απέγινε ρε Θανάση με εκείνη την υπηρεσιακή έρευνα για τον χουφτάκια; Ρώτησε μετά από μήνες ο καρδιολόγος.
-Τίποτα, εμείς πήγαμε ξαναείπαμε ότι συμβαίνει αλλά στην Ελλάδα η Δικαιοσύνη και ειδικά η υπηρεσιακή είναι πάντα ένα τηλέφωνο υπόθεση, εάν είναι και από Δεσπότη τότε …σιωπή και ας απλώνει τα ξερά του ο κάθε διεστραμμένος πάνω στον ασθενή.
Ο καρδιολόγος πάει να φύγει και ο Θανάσης του λέει:
-Ξέρεις ότι μετά τον άνθρωπο η καρδιά είναι η πιο μπαμπέσα ύπαρξη, που υπάρχει; Που σε εγκαταλείπει μια ωραίαν πρωίαν και τότε εμφανίζεται από δίπλα σου η πένθιμος ακολουθία;
-Λες;
-Για την καρδιά, έχω να σου πω ιστορίες ακραία γελαστές και ακραίαλυπητερές από το «Καρδιολογικόν ιατρείον» , προσεχώς…
—————————-
* Η Ειρήνη Μουμούρη σπούδασε νοσηλευτική και φαρμακευτική, εργάζεται δε στον άγιο Ανδρέα Πατρών
