Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά (τραγουδούσε ο Τόλης) κανένα σκιτζή δεν θάβαζε ο καθείς μας στη δουλειά του. Στο κουβέρνο;

σκιτζής < τουρκική eskici. Ουσιαστικό. επεξεργασία. σκιτζής αρσενικό. (παρωχημένο, επάγγελμα) μπαλωματής; ο κακός τεχνίτης, ο τσαρλατάνος, ο επαγγελματικά άχρηστος, ο ανίδεος

23/8/2026

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *