Μάρκος Μπότσαρης

Εἰκ. Ὁ θάνατος τοῦ Ἥρωος Μάρκου Μπότσαρη

Ἐλαιογραφία τοῦ Jean-Charles Langlois (19ος αἰ.)

9/8/2026

Ioanna Karagkiouloglou

[Ἀνδρεῖος ὁ περὶ τὸν καλὸν θάνατον ἀδεής

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικὰ Νικομάχεια]

Αὔγουστος τοῦ 1823. Κεφαλόβρυσο.

Νύχτα μὲ φεγγάρι. Στὸ στρατόπεδο τοῦ Μπότσαρη γίνεται Συνέλευση μὲ εἴκοσι στρατηγούς.

Παρόντες ἦταν. Ὁ ἀσθενῆς Καραϊσκάκης, ὁ Γιωργάκης Κίτσος, οἱ δύο στρατηγοὶ Τζαβέλλα. Ὁ χιλίαρχος Τζαούσης, ὁ στρατηγὸς Γιολδάσης καὶ ἄλλοι καπεταναῖοι ἀπὸ τὰ πέριξ.

Ἀπευθυνόμενος στὸ Συμβούλιο, λέει ὁ Μᾶρκος.

“(..) Ἀδελφοὶ Συστρατιῶτες !

Οἱ ἐχθροὶ μας εἶναι πολυάριθμοι. Εἶναι καλὰ προετοιμασμένοι καὶ τοποθετημένοι σὲ περιχαρακωμένη πεδιάδα. Οἱ ἐχθροὶ τῆς Πίστεώς μας εἶναι Σκοντριάνοι καὶ Ἀλβανοί. Ἔχουν ἐμπειρία στὸν πόλεμο. Πολεμῶντας συχνὰ μαζὶ μας, γνωρίζουν καλὰ τὰ προτερήματά μας. Ὅμως ὁ ἀριθμὸς τους ὑπερβαίνει καὶ τὶς δυνάμεις καὶ τὰ προτερήματά μας. Νὰ τοὺς πολεμήσουμε λοιπὸν συστάδην, εἶναι καὶ ἀδύνατον καὶ πολὺ ἐπικίνδυνο.

Ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ τοὺς πολεμήσουμε μὲ ἕνα τολμηρό, ἀνήκουστο καὶ ἀπροσδόκητο γι’ αὐτοὺς στρατήγημα. Νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦμε νύχτα. Νὰ τοὺς πιάσουμε ἀνέτοιμους καὶ ξεθαρρευμένους. Μὲ αὐτὸ τὸ σχέδιο ἢ θὰ ἐπιτύχουμε ἢ θὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν ἀγαπημένη μας Πατρίδα.

Καὶ τὰ δύο θὰ εἶναι Ἑλληνικὰ καὶ ἡρωϊκὰ, ἔνδοξα παραδείγματα γιὰ ὅλα τ’ ἀδέλφια μας ποὺ ἀγωνίζονται ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος.

Ἐλπίζω νὰ κατορθώσουμε τὸ πρῶτο. Ἀλλὰ, ἐὰν ὁ Θεὸς ἀποφασίσει γιὰ ἐμᾶς τὸ δεύτερο, ὑπάρχει ἀδέλφια μου μεγαλύτερη εὐτυχία ἀπὸ τὸ νὰ πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν Λεωνίδα μὲ τοὺς τριακόσιους Σπαρτιᾶτες του στὰ Ἠλύσια Πεδία ;

Ἐὰν τὸ ἐγκρίνετε καὶ αἰσθάνεσθε αἷμα Ἑλληνικὸ στὶς φλέβες σας, ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀναλαμβάνω τὴν ἐκτέλεση τοῦ σχεδίου.”

Τὸ σχέδιο ἐνεκρίθη ὁμοφώνως.

Ὁ Μᾶρκος θὰ γράψει στὸν Βύρωνα:

“(..) Ἀπόψε σκοπεύω κάτι νὰ ἐπιχειρήσω ἐναντίον ἑνὸς σώματος Ἀλβανῶν ἀπὸ ἕξι μέχρις ἑπτὰ χιλιάδας στρατοπεδευμένων σιμά, εἰς τὸ αὐτὸ μέρος…”

Ἀφοῦ ἐλήφθησαν τὰ ἀπαραίτητα μέτρα καὶ διορίσθηκαν τὰ πόστα τοῦ καθενός, τὴν νύχτα, πρὸς τὸ ξημέρωμα τῆς 9ης Αὐγούστου, ἤχησε ἡ σάλπιγξ ἡ Ἑλληνική.

Τὸ σύνθημα τῆς Μάχης εἶχε δοθεῖ. Μαζὶ μὲ τριακόσιους πενήντα Σουλιῶτες καὶ μὲ ἄλλους ὀκτακόσιους Ἕλληνες, ὁ Μπότσαρης ὁρμᾶ στὸ πολυδύναμο ἐχθρικὸ στρατόπεδο προξενῶντας ἀνεκδιήγητο τρόμο καὶ ὄλεθρο. Ηὗραν τοὺς ἐχθροὺς στὸν ὕπνο.

Ὅλοι οἱ καταδρομεῖς, μὲ ἐντολή τοῦ Ἀρχηγοῦ, φοροῦν δεμένες μαντῆλες στὰ κεφάλια. Ἔχουν ἀνοιχτές τις πουκαμίσες καὶ ἀνασκουμπωμένα τὰ μανίκια. Αὐτό ἦταν τὸ μεταξύ τους σημάδι.

Ὁ Μᾶρκος διέτρεχε τὸ στρατόπεδο σὰν ἄγριο λιοντάρι. Ἔσφαξε τόσους πολλοὺς, ποὺ πρήστηκε τὸ χέρι του καὶ στόμωσε τὸ σπαθὶ του. Στὴν θέα τοῦ ἀρειμάνιου Στρατηγοῦ, οἱ Τουρκαλβανοὶ τὸ ἔβαλαν στὰ πόδια.

Οἱ γενναῖοι Ἕλληνες μὲ τὸν αἰφνιδιασμό καὶ τὶς πολεμικές τους ἰαχές εἶχαν καταφέρει νὰ βγάλουν τοὺς ἐχθροὺς ἀπ’ ὅλα τὰ ταμπούρια. Μοναχὰ ἕνα εἶχε ἀντέξει, πίσω ἀπὸ μιὰ μάντρα. Ἀντίκρυ σὲ αὐτὸ πῆγε ὁ ἴδιος ὁ Μᾶρκος καὶ πολεμοῦσε. Δυὸ τρεῖς σκοτώθηκαν στὸ πλάϊ του. Πληγώθηκε κι αὐτὸς ἐλαφρὰ στὴ μέση ἀλλά, γιὰ νὰ μὴ δειλιάσουν οἱ σύντροφοί του, πολεμοῦσε πληγωμένος. Ἔτρεξαν δίπλα του οἱ ἀδελφοὶ Τζαβέλλα καὶ ὁ Τζαούσης.

Σκοτώθηκαν χιλιάδες Τοῦρκοι. Ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Μάρκου μόνο δεκατρεῖς καὶ πληγωμένοι εἴκοσι ἑπτά. Ὁ πόλεμος βάσταξε τρεῖς ὧρες. Εἶχε ξαστεριά.

Ὣς τὸ πρωί οἱ ἐχθροὶ εἶχαν γίνει ἄφαντοι, ἔχοντας ἀφήσει παρατημένα στὸ πεδίο τῆς μάχης ἄπειρα πτώματα. Ἀλλὰ καὶ πενήντα τέσσερις σημαῖες. Τὰ ἄλογα τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπλα, σκηνές, πολεμοφόδια. Τὸ ταμεῖο καὶ ὅλο τὸν ἐξοπλισμὸ τους.

Τὶ τὸ ὄφελος ὅμως; Ἡ Πατρίδα εἶχε χάσει τὸν Ἥρωά της. Ἕνα βόλι εἶχε βρεῖ τὸν ἀετὸ τοῦ Σουλίου στὸ μέτωπο.

Τὸ νεκρὸ του σῶμα μεταφέρθηκε μὲ πομπή Θριάμβου στὸ Μεσολόγγι. Στὴν κορυφὴ της, οἱ ὁπλαρχηγοί. Ἀκολουθοῦσαν τὰ λάφυρα τοῦ πολέμου. Τὰ ζῶα. Οἱ αἰχμάλωτοι. Κυρίαρχη μορφὴ τοῦ δευτέρου τμήματος, ὁ Νικητής.

Δαφνοστεφανωμένος πάνω στ’ ἄλογό του, ὁ Μᾶρκος ἔφερε τὸ σπαθὶ του καὶ γαλάζιο χιτῶνα. Τὴν πομπὴ ἀκολουθοῦσαν οἱ στρατιῶτες ψάλλοντας τὰ πολεμικὰ κατορθώματα τοῦ Στρατηγοῦ τους.

Τὸ Ἔθνος θρηνοῦσε τὸν Λεωνίδα τῆς Ἐπανάστασης.

Ἡ κηδεία ἔγινε στὸ ταμπούρι τοῦ Μάρκου. Στὸν Ναὸ τῆς Παναγίας.

Καί ὁ Ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός, θρήνησε τὸν Ἥρωα. Μέ στίχους συγκλονιστικούς.

Τὸ λείψανο, ποῦχε γλυτώσει

ὁ Πρίαμος μὲ θρήνους, μὲ δῶρα,

ἐγύριζε ὀπίσω τὴν ὥρα

ποὺ πέφτει στὴν ὄψι τῆς γῆς

τὸ φῶς τὸ γλυκὸ τῆς αὐγῆς.

Ἐβγῆκαν μαζὶ τῆς θλιμμένης

Τρωάδας ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη

γυναῖκες, παιδάκια καὶ γέροι,

θρηνῶντας, νὰ ἰδοῦν τὸ κορμὶ

ποὺ χάνει γι᾿ αὐτοὺς τὴν ψυχή.

Κλεισμένο δὲν ἔμεινε στόμα

ἀπάνου στοῦ Μάρκου τὸ σῶμα.

Ἀπέθαν᾿ ἀπέθαν᾿ ὁ Μᾶρκος.

Μία θλίψη, μία ἄκρα βοή,

καὶ θρῆνος καὶ κλάψα πολλή.

Παρόμοια ἠχὼ θὰ λαλήσει,

τοῦ κόσμου τὴν ὕστερη μέρα,

παντοῦ στὸν καινούργιον ἀέρα.

Παρόμοια στοὺς τάφους θὰ ἐμβεῖ

νὰ κάμει καθένας νὰ ἐβγεῖ…

ΑΘΑΝΑΤΟΣ.

.

Μὲ Ἀγάπη καὶ Σεβασμό,

Ἰωάννα Γ. Καραγκιούλογλου

9 Αὐγούστου 2026

Ἀρχεῖο ΙΓK

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *