Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις

2/8/2026

γράφει: ο Γιώργος Γιαννούσης*

Τα καλοκαίρια κάποτε, εκείνες τις δεκαετίες του 1980 και 1990, δημιουργούσαν μια διαφορετική ψυχική κατάσταση. Ήταν συνδεδεμένα με τη χαρά, την ξεκούραση, την παραθέριση, τη ραστώνη, τα νόστιμα φρούτα, τις ανέμελες ζεστές βραδιές, τους έρωτες του καλοκαιριού, τα πανηγύρια και το αντάμωμα στο χωριό. Ήταν τα μπάνια που μετρούσαν τα παιδιά, τα παγωτά που έλιωναν στα χέρια τους, οι αυλές που γέμιζαν φωνές και οι μέρες που έμοιαζαν να μην τελειώνουν.

Το καλοκαίρι ήταν από μόνο του θεραπευτικό, όχι βέβαια επειδή έλυνε τα προβλήματα των ανθρώπων, αλλά επειδή τους επέτρεπε για λίγο να απομακρυνθούν από αυτά. Άλλαζε τον ρυθμό της καθημερινότητας, χαλάρωνε τις απαιτήσεις, έδινε περισσότερο χώρο να χαλαρώσει το σώμα και η ψυχή, ακολουθώντας τους πιο χαλαρούς ρυθμούς της φύσης.

Η ζέστη επέβαλλε μια επιβράδυνση και το φως παράτεινε τον χρόνο. Οι άνθρωποι συνειδητοποιούσαν ότι δεν είναι σημαντικό μόνο να εργάζονται, να αποδίδουν και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις τους, αλλά και να ξεκουράζονται, να χαίρονται, να σχετίζονται. Θυμάμαι, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, να κλείνω το γραφείο σχετικά νωρίς, ακολουθώντας κι εγώ τους ρυθμούς της εποχής. Οι άνθρωποι σπανίως επέλεγαν το καλοκαίρι για να αρχίσουν θεραπεία. Ανέβαλλαν τα δύσκολα για τον Σεπτέμβριο, σαν να υπήρχε μια άρρητη κοινωνική συμφωνία ότι τον Αύγουστο η ζωή δικαιούται να χαλαρώνει. Το καλοκαίρι δημιουργούσε ένα φυσικό διάλειμμα, μια μικρή αναστολή στις αγωνίες και τα άγχη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, το καλοκαίρι μοιάζει να άλλαξε πρόσωπο, μετατράπηκε, κυριολεκτικά και συμβολικά, σε «κακοκαίρι».

Οι παρατεταμένοι καύσωνες, οι μεγάλες πυρκαγιές, η αγωνία για το νερό και η απειλή των ακραίων καιρικών φαινομένων έχουν διαταράξει τη σχέση μας με μια εποχή που άλλοτε μας προσκαλούσε να αφεθούμε στη φύση. Τώρα η φύση δεν λειτουργεί μόνο ως καταφύγιο, αλλά ως απειλή και ως υπενθύμιση μιας περιβαλλοντικής ισορροπίας που έχει κλονιστεί. Το καλοκαίρι δεν φέρνει πλέον πάντοτε την προσδοκία της ανάπαυσης, αλλά και την αγωνία για το πού θα ξεσπάσει η επόμενη πυρκαγιά, πόσο θα διαρκέσει ο καύσωνας, αν θα αντέξει το σπίτι χωρίς κλιματισμό, αν θα υπάρξουν χρήματα για λίγες ημέρες διακοπών. Η θερινή ραστώνη, που κάποτε αποτελούσε σχεδόν συλλογικό δικαίωμα, τείνει να γίνει προνόμιο για λίγους.

Σε αυτή τη μεταβολή συνέβαλε ασφαλώς και η μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο τουριστικό κατάλυμα. Για ορισμένους το καλοκαίρι είναι η εποχή της ξεκούρασης, για πολλούς άλλους όμως είναι η πιο εξαντλητική περίοδος του χρόνου. Πόσοι νέοι δεν περνούν τα καλοκαίρια τους με έναν δίσκο στο χέρι, εργαζόμενοι ατελείωτες ώρες, συχνά σε συνθήκες επισφάλειας; Την ώρα που κάποιοι φωτογραφίζουν το ηλιοβασίλεμα, κάποιοι άλλοι εργάζονται για να κατασκευάσουν την εμπειρία της ανεμελιάς τους.

Τα νησιά και οι δημοφιλείς προορισμοί βουλιάζουν από επισκέπτες, ενώ η καθημερινότητα γίνεται σχεδόν μη βιώσιμη για τους μόνιμους κατοίκους, και ιδίως για όσους δεν κερδίζουν από τον τουρισμό. Δάσκαλοι, γιατροί, νοσηλευτές, φοιτητές και εποχικά εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν κατοικία ή εξοστρακίζονται από τα σπίτια τους όταν αρχίζει η τουριστική περίοδος. Ο τόπος παύει να είναι κοινότητα και μετατρέπεται σε προϊόν. Το σπίτι γίνεται κατάλυμα, η παραλία εμπόρευμα, το πανηγύρι θέαμα και η φιλοξενία υπηρεσία.

Ο Χατζηδάκης έλεγε ότι η χώρα εκπορνεύεται παραδιδόμενη στον τουρισμό.

Το καλοκαίρι έχασε ένα μέρος από την παλιά κοινοτική του λειτουργία. Το αντάμωμα στο χωριό, η επιστροφή στον τόπο καταγωγής, η αυλή των παππούδων, το κοινό τραπέζι και η συμμετοχή στο πανηγύρι δεν βιωνόταν ως γραφικές συνήθειες, αλλά ως συλλογικές τελετουργικές πράξεις επανασύνδεσης. Ο άνθρωπος ξανάβρισκε τη θέση του μέσα σε μια ιστορική συνέχεια, σε ένα δίκτυο συγγενικών και κοινωνικών σχέσεων. Το καλοκαίρι επέτρεπε στο άτομο να επιστρέψει προσωρινά στο «εμείς».

Σήμερα ακόμη και η ξεκούραση έχει μετατραπεί σε «ατομικό» έργο που πρέπει να οργανωθεί, να αγοραστεί, να φωτογραφηθεί και βεβαίως να αποδειχθεί μέσω fb και instangram.

Οι διακοπές συνδέονται με ακόμη μία υποχρέωση να δείξουν οι άνθρωποι την ευτυχία τους. Πρέπει να πάνε κάπου, να περάσουνε καλά, να αποκτήσουνε εμπειρίες και να επιστρέψουνε ανανεωμένοι. Η επιταγή της ευτυχίας όχι μόνο δεν υποχωρεί το καλοκαίρι, αλλά γίνεται εντονότερη. Κι όταν η πραγματική ζωή δεν ανταποκρίνεται στις εικόνες της καλοκαιρινής ευδαιμονίας, η αίσθηση της ανεπάρκειας και της ματαίωσης μεγαλώνει. Το καλοκαίρι μπορεί τότε να γίνει ιδιαίτερα σκληρό για τον μοναχικό άνθρωπο, για το ζευγάρι που δυσκολεύεται στη σχέση του, για την οικογένεια που δεν έχει οικονομικές δυνατότητες, για τον εργαζόμενο που εξαντλείται, για εκείνον που πενθεί.

Τον χειμώνα οι υποχρεώσεις συχνά καλύπτουν τις εσωτερικές ρωγμές. Όταν όμως σταματά η εργασία και οι άνθρωποι μένουν περισσότερο μαζί ή περισσότερο μόνοι με τον εαυτό τους, οι δυσκολίες γίνονται περισσότερο ορατές. Η παύση δεν συνδέεται πάντα με την ξεκούραση, μερικές φορές είναι ο χώρος μέσα στον οποίο ακούγονται καθαρότερα όσα προσπαθούν οι άνθρωποι να αποφύγουν. Ίσως γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια παρατηρώ περισσότερους ανθρώπους να ζητούν θεραπεία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ακόμη κι αν δεν σταματούσα για τρεις εβδομάδες τον Αύγουστο, οι αιτήσεις για θεραπεία θα συνεχίζονταν.

Είναι και αυτό μια μικρή ένδειξη ότι οι παλιοί συλλογικοί ρυθμοί έχουν εξασθενήσει. Το καλοκαίρι δεν οδηγεί πλέον από μόνο του στην ξεκούραση. Ούτε η θάλασσα, ούτε οι διακοπές, ούτε το φως μπορούν να θεραπεύσουν έναν άνθρωπο που μεταφέρει παντού μαζί του την εξάντληση, τον φόβο, τη μοναξιά και την οικονομική ανασφάλεια. Η αύξηση των θεραπευτικών αιτημάτων μέσα στο καλοκαίρι μάς δείχνει και κάτι ακόμη, ότι η ψυχική δυσφορία δεν παίρνει άδεια. Οι κρίσεις στις σχέσεις, η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού, το πένθος και η μοναξιά δεν υπακούν στις ενδείξεις του ημερολογίου. Κι όσο περισσότερο ατονούν οι φυσικές και οι κοινωνικές πηγές ανακούφισης -η κοινότητα, η οικονομική ασφάλεια, η επαφή με τη φύση, ο ελεύθερος χρόνος- τόσο περισσότερο ο άνθρωπος αναζητά έναν ειδικό χώρο για να μπορέσει να αντέξει και να νοηματοδοτήσει όσα ζει.Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι να εξιδανικεύσουμε τα καλοκαίρια του παρελθόντος. Και τότε υπήρχαν δυσκολίες, ανισότητες, άνθρωποι μοναχικοί ή σκληρά εργαζόμενοι. Υπήρχε όμως διάσπαρτη η αίσθηση ενός κοινού ρυθμού, η ζωή επιβράδυνε κάπως για όλους. Σήμερα, αντίθετα, οι χρόνοι έχουν κατακερματιστεί, κάποιος ξεκουράζεται, κάποιος εργάζεται μέχρι εξάντλησης, κάποιος εκτοπίζεται από το σπίτι του, κάποιος φοβάται τη φωτιά, κάποιος αγωνιά αν θα μπορέσει να προσφέρει στα παιδιά του έστω λίγες ημέρες διακοπών.

«Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις», έλεγε παλαιότερα ένα τραγούδι. Η φράση περιέγραφε την προσδοκία ενός μήνα δίχως γεγονότα, μιας μικρής ανακωχής από την Ιστορία και τις απαιτήσεις της.

Σήμερα, όμως, ο Αύγουστος είναι γεμάτος ειδήσεις, πυρκαγιές, καύσωνες, εκκενώσεις, τουριστικά ρεκόρ, ελλείψεις προσωπικού, εργατικά ατυχήματα, ακριβές διακοπές και δυσεύρετες κατοικίες. Η είδηση εισβάλλει διαρκώς στην ιδιωτική ζωή και δεν αφήνει τον άνθρωπο να αποσυνδεθεί από την αγωνία του όσων συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά και μέσα τους. Το αίτημα της εποχής μας δεν είναι ωστόσο απλώς να «πάμε διακοπές», αλλά να ξαναβρούμε το δικαίωμα στην παύση, στην ανάπαυλα. Να προστατεύσουμε και να βιώσουμε έναν χρόνο που δεν παράγει, δεν καταναλώνει και δεν εκτίθεται. Να επιτρέψουμε στα παιδιά να βαρεθούν, να παίξουν και να μετρήσουν ξανά μπάνια και παγωτά, χωρίς να μεταφέρουμε πάνω τους το άγχος των ενηλίκων. Να ξαναδούμε τον τόπο όχι μόνο ως τουριστικό προϊόν, αλλά ως μια ζωντανή κοινότητα. Και να καταλάβουμε ότι η ξεκούραση δεν είναι πολυτέλεια ούτε αδυναμία, αλλά βασική προϋπόθεση να οργανώσουμε -μεταφορικά- τη σπορά του Φθινοπώρου. Έχασε λοιπόν το καλοκαίρι οριστικά τη θεραπευτική του δύναμη; Ίσως όχι, αρκεί να πάψει να αποτελεί άλλη μία καταναλωτική συνήθεια, άλλη μία κλίμακα μέτρησης των επιδόσεών μας, άλλη μία περίοδο εντατικής εργασίας και αγωνίας. Χρειάζεται να γίνει πάλι ένας χρόνος ανοιχτός στη φύση, στις ανθρώπινες συναντήσεις, στις σιωπές και στις απλές χαρές της ζωής. Καλοκαίρι, με τη φλούδα το καρπούζι στο ένα χέρι, με φιλιά μισολειωμένα, καλοκαίρι, καλοκαίρι (Καλοκαίρι – Δ. Σαββόπουλος).

Ο Αύγουστος πάντα θα έχει ειδήσεις, πάντα κάτι θα συμβαίνει στον κόσμο, όμως έστω για λίγο, χτίστε το δικαίωμα να μην είστε διαρκώς διαθέσιμοι σε όλα.

Μέρες καλύτερες θα ‘ρθούν το λέει το ένστικτό μου. Αυτό το κάτι μέσα μου το εντελώς δικό μου. Χαράζουνε τα πρόσωπα τα βλέμματα γλυκαίνουν. Γιατί ταλαιπωρήθηκαν και τώρα το μαθαίνουν. (Μέρες καλύτερες θα ‘ρθουν – Δ. Σαββόπουλος)

*Ο Γιώργος Γιαννούσης είναι θεραπευτής – ψυχολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *