24/11/2023
Στην μεγάλη νίκη των Ελλήνων στα Δερβενάκια τον Ιούλιο του 1822 – γράφει ο συγγραφέας Στέφανος Μίλεσης -οι Οθωμανοί έτρεξαν να γλιτώσουν προς την Κόρινθο.
Ο Νικηταράς τους κυνήγησε μέχρι ένα σημείο και ύστερα κουρασμένος από τη μάχη επέστρεψε πίσω στο ταμπούρι του. Εκεί άκουσε βογγητά.
Πλησίασε και είδε έναν Αλβανό που είχε πολεμήσει με την πλευρά των Τούρκων.
Ένα βόλι τον είχε βρει στη μέση και ήταν σχεδόν παράλυτος.
Μόλις αυτός είδε τον Νικηταρά να τον πλησιάζει, του ζήτησε να του πάρει το κεφάλι για να γλιτώσει από τους αφόρητους πόνους.
Ο Νικηταράς τότε του απάντησε «Ορέ είμαι πολεμιστής και όχι δήμιος» και αφού τον σήκωσε στους ώμους κίνησε για το ελληνικό στρατόπεδο όπου θα μπορούσε να του δοθεί κάποια βοήθεια.
Ο Αλβανός φυσικά δεν γνώριζε ποιος ήταν εκείνος που τον βοηθούσε.
Στον δρόμο όμως, καθώς ο Νικηταράς προχωρούσε πολλοί σταματούσαν και εξέφραζαν τον θαυμασμό τους καθώς τον αναγνώριζαν.
Τότε ο Αλβανός κατάλαβε ότι βρισκόταν στους ώμους του Νικηταρά του Τουρκοφάγου του οποίου η φήμη είχε απλωθεί σε όλα τα στρατόπεδα των Οθωμανών.
Πέρασε λίγη ώρα και ο Νικηταράς ένιωσε στο σβέρκο του την κρυάδα από τη λάμα ενός μαχαιριού.
Τότε έκανε μια ξαφνική κίνηση και πέταξε τον Αλβανό από πάνω του.
Τον είδε καταγής με το μαχαίρι στο χέρι.
«Ορέ δεν είσαι μπεσαλής» του λέει «εγώ θέλω να σε γλιτώσω και εσύ τυράς να με σκοτώσεις;».
Όχι του λέει ο Αλβανός.
Δεν ήθελα να σε σκοτώσω αλλά έκοψα μια τούφα από τα μαλλιά σου για να έχω να λέω ότι με έσωσε ο τρομερός Νικηταράς.
Και σηκώνοντας το άλλο του χέρι του έδειξε μια τούφα μαλλιά που πραγματικά είχε κόψει.
Ο Αλβανός ύστερα από λίγες ώρες πέθανε αλλά πριν ξεψυχήσει έδωσε την τούφα από τα μαλλιά του Νικηταρά στον Γιατράκο ο οποίος με τη σειρά του αργότερα την έδωσε στον Ελβετό Μπετάν.
Οι αδελφοί Φυτάλη εντυπωσιασμένοι από αυτήν την ιστορία την αναπαράστησαν σε γλυπτό. Το φιλοτέχνησαν σε μάρμαρο και το παρουσίασαν στην έκθεση του Αγώνα του 1884”.
Τη μεγάλη αυτή μορφή έλληνες και βαυαροί δεν την σεβάστηκαν.
Αυτόν που στη μάχη στα Δερβενάκια έσπασε 3 σπαθιά πολεμώνταs και το τέταρτο δεν μπορούσαν να το ξεκολήσουν απο το χέρι του -καθώs είχε πάθει αγκίλωση.
Αυτόν που αρνήθηκε να του προσφερθούν μέροs των λαφύρων (απο τη μάχη τηs Τρίποληs) και μετά απο πιέσειs δέχτηκε μόνο ένα σπαθί(το οποίο και πρόσφερε για τον έρανο στη πολιορκία του Μεσολογγίου).
Αυτόν που σαν τον ρωτάγανε τι θέλει να του προσφέρουν για τουs αγώνεs του ” αξιώματα,λάφυρα,χρήματα”,απαντούσε ”τίποτα,μόνο να δώ τη πατρίδα μου λεύτερη”.
Το 1839 μπήκε στη φυλακή, κατηγορούμενοs ωs αντιπολιτευόμενοs τον Όθωνα, όντας πρόεδροs τηs φιλορωσικήs Φιλορθοδόξου Εταιρείαs. Αθωώθηκε το 1840, αλλά παρέμεινε στην ανήλιαγη και υγρή φυλακή τηs Αίγιναs γι’ άλλο ένα χρόνο χωρίs κατηγορίεs, για να εξασφαλιστεί η Βαυαρική μαs ευωχία.
Σαν βγήκε απ΄ τη φυλακή και τον είδε η κόρη του μέσα στη ”κόκκινη ενδυμασία του”-απο τα βασανιστήρια των δεσμοφυλάκων του-τηs σάλεψε το μυαλό και αποτρελάθηκε.
Τυφλωμένοs απο διαβήτη και έχονταs χάσει τη περιουσία του(ένα κτήμα στο Άργοs),πένηs και δυστυχήs, σαν πήρε χάρη απο το βασιλιά,με παρέμβαση του Μακρυγιάννη του εξασφάλίστηκε ”μία άδεια επαιτείαs” για να ελεημονείται κάθε Παρασκευή και μόνο -και όχι σε τόσο ”προσοδοφόρο ” θέση.
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς) , πεθαίνει στον Πειραιά στις 6 το πρωί της 25ης Σεπτεμβρίου του 1849, σε ηλικία 68 ετών, πάμφτωχος,
τυφλός, σχεδόν ”φρενοβλαβήs”. Aπ΄ την ”περιποίηση” που έτυχε, απ΄ την ”επίσημη Ελλάδα”.
Την μέρα της κηδείας του, σαν έβγαινε το λείψανο του από φτωχοκαλύβα του Πειραιά, οι συμπολεμιστές του που τον κρατούσαν δεν το εναπόθεσαν στο κάρο αλλά προσφέρθηκαν, χέρι χέρι να οδηγήσουν το Άγιο λείψανο του αγωνιστή στον τάφο του. Ο νεκροθάφτηs όταν καταλάβε στη πρώτη φτυαριά, ποιού το ”σκήνωμα” φτυάριζε, λιποθύμησε.
Ο Νικηταράς πέθανε εγκαταλελειμμένος – όχι μονο-από το υπό Βαυαρική εποπτεία, νεοσύστατο ελληνικό κράτος , αλλά και από το σύγχρονο καθώς τα “άγια “οστά του χάθηκαν από το ταφικό του μνημείο στο νεκροταφείο( από αμέλεια του Δήμου ).
Αυτές οι εικόνες αυτής της περιόδου σκιαγραφούν και τις επόμενες περιόδους:
-Η ”απόδοση” αδειών ”επαιτείαs, τότε απο Βαυαρούs, αργότερα απο Άγγλουs, Αντάτ, Αμερικάνουs και λογήs λογήs ”συμμάχουs,κρατά 200 χρόνια τώρα σε τούτο τον τόπο. Σήμερα τα λες και επιδόματα… επιδοτήσεις γεωργικές, ευρωπαϊκές…
Οι ”επαίτεs” ολιγωρούν, πώς να ξεσηκωθούν κατά αυτών που ορίζουν ”τιs άδειεs επαιτείαs και τις ζωές τουs”; Κατά των ιθαγενών ”επαιτών” που πάντα δέσμευαν τιs πλέον προσοδοφόρεs θέσειs. Πάντα,με τη συναίνεση των ”σωτήρων μαs”-, κατορθώνουν να ”σκοτώνονται ” μεταξύ τουs …προs τέρψη και ικανοποίηση περισσή, ”συμμαχικών” μεγαλοσχημόνων και εντοπίων λακέδων τουs.
”Τυφλοί”, σαλεμένοι, ”πένητεs” στην ”υγρή και ανήλιαγη” φυλακή μαs, θαρρούμε πωs μαs αναλογεί κάτι διαφορετικό απ΄ τη μοίρα του Ήρωα Νικηταρά?
Ένδεια, λήθη, καταφρόνια…
Κοινωνώ τη Μνήμη σου Άγιε Νικήτα Σταματελόπουλε.
(Αλιευμένο απ΄το διαδίκτυο)
