Και η ιστορία επαναλαμβάνεται, με μάγισσες και λύκους κακούς. Κι αυτή η Χιονάτη, λαίμαργη, έφαγε όλα τα μήλα…
Αλλά… ως πότε;
γράφει: η Γεωργία Γιώτα*
Δεν είναι ένα καλοκαίρι γεμάτο βροχή.
Είναι ένα καλοκαίρι γεμάτο φωτιά. Ή μάλλον ακόμη ένα καλοκαίρι ζωσμένο με εκρηκτικά υλικά πύρινου ολέθρου.
Πύρινη κόλαση, λαίλαπα θανάτου. Η στιγμή της μοιραίας καθόδου του Δάντη και του Ποιητή στο αδηφάγο στόμα του Άδη. Μόνο που εδώ δεν είναι Θεία Κωμωδία ούτε φαντασίας παιγνίδι. Είναι θεία Τραγωδία κι ανθρώπινη μαζί που καταπίνει κάθε ίχνος ζωής και στη διάβα της ξεσπούν θρήνος, σπαραγμός και όλεθρος
Και ο άνθρωπος περνά και πάλι μέσα από τον Έλεο και το Φόβο.
Γιατί δεν φτάνει επιτέλους στην Κάθαρση μέσα απ΄ τα παθήματά του;
Καίγεται ο κόσμος γύρω του, βάναυσα πυρπολείται ο κόσμος μέσα του. Τούτο αγριεύει περισσότερο. Τούτο θυμώνει περισσότερο. Κι όσο αντρειεύει ο θυμός…
Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.
Για την καταστροφή και τον όλεθρο, για μια ζωή χωρίς ζωή και για μια τραγωδία που επαναλαμβάνεται με ανατριχιαστική ακρίβεια και απαιτεί θυσία ενώπιον των θεατών, αλλά και για θεατές που πληρώνουν τίμημα θανάτου, για μια παράσταση που δεν επέλεξαν, καθώς το προαπαιτούμενο συμμετοχής ήταν εκατόμβη ανθρώπων στο αδηφάγο του λαβυρίνθου ένοικο.
Φοβάμαι… όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα…
Αλλά οφείλω να ελπίζω και κυρίως να προσπαθώ να αλλάξω όσα μπορώ, να βελτιώσω όσα δεν με ικανοποιούν, να αντέξω όσα με πληγώνουν και να ζωγραφίζω στον τοίχο της ψυχής ουράνια τόξα, εκεί που κάποιοι επιμένουν να τοποθετούν σύννεφα, καιροφυλακτώντας όχι απλώς για κάποια βροχή, αλλά για κεραυνούς και καταιγίδες θανάτου…
ΠΥΡ
Δάκρυσε η Δήμητρα,
Έτρεξε στην Ήρα να βρει παρηγοριά
Η Εστία, βλέπεις, ήταν άλλη μια φορά
Απούσα
Και για αυτό
Ακριβά πληρούσα.
Με τον Ήφαιστο λογομάχησαν
Της αντιμίλησε εκείνος με θρασύτητα
Έμφρων ο Ησίοδος θεωρούσε τον τελευταίο καρπό
επιμύθιο έριδας κι όχι ερώτων.
Ζήλευε αυτός, της φωτιάς ο θεός, τα θεία τα στάχυα
καθώς έκρυβαν στα σπλάχνα τους τα δώρα του Απόλλωνα.
Αλλά και κείνα, τα καταπράσινα δέντρα,
τα ευλογημένα από γη και ουρανό
πώς του στερούσαν τη φιλήδονη δόξα
Πώς τολμούσαν να εμβολιάζουν τα έμβια
με πνοή και ελπίδα;
Πτώση και υβρις…
Και το αμόνι άστραψε
-Γαία πυρί μειχθήτω
Είπε…
Και η κόλαση άνοιξε διάπλατα τις πύλες της
Και ακούστηκαν βρυχηθμοί λιονταριών
Και κραυγές λύκων
Και ουρλιαχτά αλόγων
Και παρθένες σιωπές αμνών
την ώρα της ακριβής θυσίας
Και ξάφνου…
Μέσα στα νέφη του θανάτου
ακούστηκε η βροντερή του Πλούτωνα η διαταγή
-Σώστε την Ιφιγένεια!
Αδίκως προσμένετε τον άνεμο να πνεύσει
Κι οι θησαυροί του Πρίαμου είναι καλά κρυμμένοι.
Μα η Ιφιγένεια, λαμπρό του βασιλιά βλαστάρι,
άξιο του πατρός της τέκνο και σπορά
είχε πια κατευθυνθεί στου Αχέροντα την όχθη
Και πολεμόχαρο έσυρε ο Άδης χορό
καθώς στα σπλάχνα του θα δέχονταν αμόλυντη παρθένα.
Τά΄χασε και ο Ήφαιστος
Που δεν περίμενε κι αυτός της κόρης τη θυσία
Και μέρεψε την οργή του
Και αποχαιρέτησε με στεφάνι από κισσό την όμορφη την κόρη.
Μα η Δήμητρα λύγισε από σπαραγμό και πόνο
Έτρεξε στην Ήρα να βρει παρηγοριά
Η Εστία, βλέπεις, ήταν άλλη μια φορά
Απούσα
Και για αυτό
Ακριβά πληρούσα.
Και η Αθηνά απόκαμε ορμήνιες πια να δίνει
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
την ώρα που στεγνώνεις της Θέμιδας τα πέπλα
Φέξε να΄ βρει ο άνθρωπος
της ψυχής τη χαμένη Ατλαντίδα
κάπου εκεί ανάμεσα
στου μύθου τις Ηράκλειες τις στήλες (Γ.Γ.)
Για τις καταστροφικές πυρκαγιές….. την απόγνωση και τη θυσία των ηρωικών πιλότων (Ιούλιος 2023). Και η ιστορία επαναλαμβάνεται, με μάγισσες και λύκους κακούς. Κι αυτή η Χιονάτη, λαίμαργη, έφαγε όλα τα μήλα…
Αλλά… ως πότε;
* Η Γεωργία Γιώτα είναι φιλόλογος και θεραπαινίδα της ποίησης
