Πέτρος Ιωάννου

Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά (τραγουδούσε ο Τόλης) κανένα σκιτζή δεν θάβαζε ο καθείς μας στη δουλειά

σκιτζής < τουρκική eskici. Ουσιαστικό. επεξεργασία. σκιτζής αρσενικό. (παρωχημένο, επάγγελμα) μπαλωματής; ο κακός τεχνίτης, ο τσαρλατάνος, ο επαγγελματικά άχρηστος, ο ανίδεος 23/8/2026

Περισσότερα...