18/5/2026
σημειώνει: ο Γιώργος Γιαννούσης
Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι οι εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι πλέον ένας παλιός και αναχρονιστικός θεσμός. Ένας θεσμός που ναι μεν συνέβαλε στον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας, καθώς έδινε τις ίδιες (περίπου) ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές προκειμένου να διεκδικήσουν την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο, αλλά πλέον συμβολίζει την παρακμή του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ενός συστήματος από το οποίο απουσιάζει το νόημα, ενός συστήματος που δεν εκσυγχρονίζεται και δεν δίνει τις λύσεις στα σημερινά αδιέξοδα των μαθητών.
Θυμίζω ότι το σχολείο έως και τη δική μου γενιά, το λεγόμενο εθνικό σχολείο, είχε ως σκοπό να γαλουχήσει τον Έλληνα άνθρωπο και να εμποτίσει τους νέους με τα ιδανικά της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας.
Ταυτόχρονα προετοίμαζε ένα μικρό αριθμό μαθητών για την εισαγωγή τους στην ανώτερη εκπαίδευση.
Καθώς αμφισβητήθηκε αυτό το νόημα, οι μετέπειτα γενιές εκπαιδεύονται σε ένα σχολείο που καθοδηγείται από μια παιδεία, που ακολουθώντας τις κοινωνικές αλλαγές, έχει εντελώς ατομοκεντρικό χαρακτήρα. Ίσως η κατάργηση των πανελληνίων σημάνει, συμβολικά τουλάχιστον, το τέλος ενός απαρχαιωμένου συστήματος εκπαίδευσης, το οποίο απομακρύνει τα παιδιά από την ουσία της μάθησης και τον παιδευτικό χαρακτήρα του σχολείου.
Η αποσύνδεση του σχολείου από την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, σε μια εποχή που η εκπαίδευση πλέον δεν είναι περιχαρακωμένη στα στενά όρια του δημόσιου πανεπιστημίου, είναι επιβεβλημένη.
Παράλληλα η εκπαίδευση έχει μια ευκαιρία να ακολουθήσει τις νέες προκλήσεις και ανάγκες της εποχής, πάντα όμως με γνώμονα ότι ο βασικός της σκοπός είναι η ανατροφή, η καλλιέργεια, η μόρφωση και η κατάρτιση των μαθητών.
Οι πανελλαδικές εξετάσεις όπως διεξάγονται σήμερα έχουν περιορίσει τα όρια της εκπαίδευσης και σταδιακά την αφήσανε έξω από τα όρια των παραπάνω σκοπών.
Συνάμα ο τρόπος εισαγωγής περιχαρακώνει τη γνώση των μαθητών σε ορισμένα αντικείμενα, στερώντας τους την ευρυμάθεια. Οι μαθητές από την πρώτη κιόλας Λυκείου ρίχνουν όλο το βάρος της μαθητείας στα εξεταζόμενα μαθήματα, σε μια εποχή που η διεπιστημονικότητα κυριαρχεί σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της παραγωγής.
Χρειαζόμαστε επομένως μια διαφορετική αρχιτεκτονική για την δόμηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, η οποία θα έχει ευρύτερες συναινέσεις και ένα μάκρος χρόνου. Βέβαια, ως που να αλλάξει το σύστημα σε όλα τα παραπάνω επίπεδα, τα παιδιά καλούνται να ακροβατούν στις δυσκολίες των εξετάσεων και στην πολυμορφία των συνθηκών της ζωής τους, με αποτέλεσμα να έχουν αυξημένο άγχος. Πώς να γίνει διαφορετικά, αφού σε ένα διάστημα κάποιων ημερών διακυβεύεται κάτι τόσο σημαντικό.
Η αποδοχή της κατάστασης σίγουρα μπορεί να βοηθήσει στην αποφόρτιση του άγχους. Από κει και πέρα χρειάζεται επιμονή και υπομονή. Οι εξετάσεις βγάζουν στην επιφάνεια πολλές πτυχές του χαρακτήρα ενός παιδιού και όλες τις δυναμικές της οικογένειας.
Καταρχάς, χρονικά οι εξετάσεις συμπίπτουν με μια φάση ζωής που είναι ανοιχτά όλα τα επιμέρους ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί μετ-έφηβοι σχετικά με τη συγκρότηση εν γένει της ταυτότητάς τους. Οι σημερινοί δεκαεφτάρηδες δεν έχουν την πυκνότητα που είχαν εκείνοι στις μακρινές δεκαετίες του 1980 και του 1990. Σε μια εποχή αυξημένης ρευστότητας και αβεβαιότητας έγινε ακόμη πιο δύσκολη η διαδικασία ενηλικίωσης των νέων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις οικογένειες, δυσκολεύονται να ορίσουν την ταυτότητά τους, καθώς η ρευστότητα των σχέσεων και η οικονομική και συναισθηματική επισφάλεια έχουν ενταθεί. Αυτό που έχει σημασία είναι η οικογένεια να κατανοεί όσο μπορεί περισσότερο αυτές τις δυναμικές, ώστε να μην τις φορτώνεται το παιδί τους. Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες γονείς, ακόμη κι αν υποστηρίζουν το αντίθετο, έχουν μεγάλες προσδοκίες από τα παιδιά τους, κι αυτό φαίνεται κι από το πόσο επενδύουν σ’ αυτά. Οι παθογένειες της παιδοκεντρικής οικογένειας βολτάρουν έξω από τα εξεταστικά κέντρα και μπερδεύουν τους μαθητές. Ο μαθητής δύσκολα θα καταλάβει εάν το άγχος του είναι αμιγώς προϊόν εσωτερικών (ψυχικών) διεργασιών ή προέρχονται από το βλέμμα, τις επιθυμίες και προσδοκίες δηλαδή, των γονιών του. Έχουμε παρατηρήσει, για παράδειγμα, πολλά παιδιά να αποτυγχάνουν, ενώ είναι καλοί μαθητές, επειδή -ασυνείδητα- δεν μπορούν να «εγκαταλείψουν» τους γονείς τους. Αισθάνονται ότι δίχως αυτούς οι γονείς θα καταρρεύσουν. Θα αποδιοργανωθούν εάν χάσουν το συναισθηματικό τους στήριγμα. Πολλά παιδιά αποτυγχάνουν επειδή και η επιτυχία οδηγεί εν τέλει σε μια νέα αποτυχία.
Η εισαγωγή σε ένα πανεπιστήμιο δημιουργεί επίσης πολύ άγχος, καθώς η φοίτηση απαιτεί πολλά έξοδα και το πτυχίο δεν υπόσχεται μια καλή επαγγελματική αποκατάσταση ή εξέλιξη.
Από την άλλη εάν δεν περάσουν σε κάποια σχολή ή άλλες λύσεις είναι το ίδιο επισφαλείς και «ακριβές». Το μεγάλο παράπονο των παιδιών και η μεγάλη τους απόγνωση, αυτό που τους στερεί το δικαίωμα να ονειρεύονται είναι πως ότι και να κάνεις αυτό που χρειάζεσαι στη ζωή είναι οι «καλές γνωριμίες». Αυτός ο μπάρμπας από την Κορώνη ακόμη ζει και βασιλεύει.
Σε μια εποχή που ακόμη και η διδακτορική διατριβή δεν μπορεί να σου εξασφαλίσει σχεδόν τίποτα, η καλή κομματική γνωριμία μπορεί να σου εξασφαλίσει σχεδόν τα πάντα.
Οι σημερινοί πτυχιούχοι στελεχώνουν επάξια την εστίαση και τον τουρισμό και αναρωτιούνται σιωπηλά «έπρεπε να σπουδάσω για να σερβίρω καφέ». Από κει και ύστερα να υπενθυμίσω ότι το βασικό στην ανατροφή των παιδιών είναι να τους μάθουμε να αναγνωρίζουν την ευθύνη και να δεσμεύονται. Σε κάθε ηλικία και σε κάθε συνθήκη. Εάν το μάθουν αυτό αυξάνεται η πιθανότητα να αντιμετωπίσουν λειτουργικά τόσο την επιτυχία και την εισαγωγή στην πανεπιστημιακή ζωή, όσο και την αποτυχία. Ειδικότερα η διαχείριση αυτής πατάει πάνω στο μοντέλο που εκπαιδεύτηκαν τα παιδιά για να διαχειριστούν προηγούμενες αποτυχίες και κυρίως τα δυσφορικά συναισθήματα που προκαλούν. Τέλος έχουμε καθήκον να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από όλους τους κινδύνους που τους περιτριγυρίζουν. Να τους θωρακίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο για να έχουν τις δυνάμεις να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής. Έχουμε καθήκον η προστασία να μην έχει τη μορφή της υπερπροστασίας. Να τους μυήσουμε στη φιλία, στη συνεργασία και στην διαρκή αλληλεπίδραση. Να τους βοηθήσουμε να βγουν από τον μοναχικό κόσμο του διαδικτύου και να τους δώσουμε ευκαιρίες να συγχρωτιστούν με συνομήλικους τους στον φυσικό κόσμο.
Το μεγάλο ζητούμενο στην ανατροφή των παιδιών είναι να αποφύγουν το σκόπελο της μοναξιάς. Και από κει και πέρα να τους επιτρέψουμε να ονειρεύονται το μέλλον τους. Είμαστε σε μια περίεργη μετάβαση όπου όλα αλλάζουν. Εκείνα ξέρουν καλύτερα από μας, γιατί βιώνουν αυτές τις αλλαγές. Χρειάζεται επομένως να τους εμπιστευτούμε και να τους επιτρέψουμε να αλλάξουν τις επιλογές τους ακόμη κι αν εμάς μας φαίνονται παράξενες. Όπως για παράδειγμα να επιλέξουν να μην περάσουν στο πανεπιστήμιο.
Αναγνωρίζω το άγχος των γονιών για το μέλλον των παιδιών τους, όπως και τη δυσκολία των μαθητών να επιλέξουν. Αμφότεροι βιώνουν ένα αδιέξοδο. Οι μεν γονείς σκέφτονται με παλιά κριτήρια, οι δε μαθητές μπλοκάρουν και δεν σκέφτονται τίποτα. Ίσως από αυτό το αδιέξοδο βγουν εάν ακούσουν ο ένας τον άλλο δίχως καπελώματα. Και πρώτα πρέπει να ακούσουν οι γονείς τα παιδιά. Όχι για να τους δώσουν την ευθύνη, αλλά για να καταλάβουν την οδύνη τους. Η ευθύνη είναι στους ενήλικες, εμείς χρειάζεται να δράσουμε στην πράξη και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τις συνθήκες ζωής στον προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό μας στίβο.
Τα πράγματα πλέον έχουν μια πολιτική διάσταση και δεν γίνεται να εθελοτυφλούμε άλλο. Οι αλλαγές δεν θα έρθουν εάν δεν απαιτήσουμε και δεν τολμήσουμε ευρύτερες αλλαγές στους θεσμούς και στη λειτουργία του κράτους, των θεσμών και συνολικά της κοινωνίας.
* Ο Γιώργος Γιαννούσης είναι ψυχοθεραπευτής, ψυχολόγος
