Στη νέα βαρβαρότητα, χωρίς τον Περικλή…

20/7/2025

  • Τον έπιασαν. Λίγο μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Τον είχε καταδώσει κάποιος. Τον πήγαν στη Μπουμπουλίνας. Σφαλιάρες. Βασανιστήρια. Αργά χτυπήματα στην αρχή. Μετά πιο γρήγορα. Άγριος ξυλοδαρμός. Να μαρτυρήσει. Δεν το έκανε. Τον ανέβασαν στο πλυσταριό. Φάλαγγα. Νοσοκομείο. Ηλεκτροσόκ. Μπουμπουλίνας, Αβέρωφ, Αίγινα.

Χρόνια αργότερα όταν τον ρώτησαν σε συνέντευξη για το ξύλο είπε: «Τόσο που δεν το θυμάμαι. Έκανα ένα εγκεφαλογράφημα για άλλους λόγους και οι γιατροί βρήκαν στο κεφάλι μου κάποιες μικρές βούλες. Με ρώτησαν τι είναι και τους είπα ότι είναι γκλοπιές. Με τράβαγαν, με χτυπούσαν, με έδεσαν στον πάγκο, τους άκουγα πώς μιλούσαν μεταξύ τους. Όμως αισθανόμουν ότι ανήκω σε έναν κόσμο που δεν έχει σχέση μ’ αυτούς. Αισθανόμουν ότι υπερασπίζω κάτι πολύ υψηλό, τους φίλους μου, όχι ιδέες, όχι κάποιον «ισμό», κάτι αφηρημένο, αλλά συγκεκριμένους ανθρώπους που είμαστε φίλοι και που τόλμησαν από την πρώτη μέρα της Δικτατορίας και βγήκαν στους δρόμους. Έλεγα μέσα μου ότι αυτά τα σκουλήκια δεν θα μου φάνε αυτόν τον κόσμο».

Κι όμως με τόσα βασανιστήρια έγραψε αυτή την ατέλειωτη τρυφερότητα:

«Σκέφτομαι τα κορίτσια που αγάπησαν
και πίστεψαν σε λόγια τραγουδιών.
Και δάγκωσαν τα χείλη που είπαν ψέματα.
Τώρα τα βράδια μένουν μέσα. Είναι άτονες.
Σκουπίζουν, ξεσκονίζουν,
σιδερώνουν ακούγοντας ραδιόφωνο.
Αργά το βράδυ κοιτιούνται στον καθρέφτη.
Είναι όμορφες, επιθυμητές και για αυτό ακόμα πιο μόνες.
Και το δάκρυ ατμός, σαπούνι στο μάτι, την εικόνα θολώνει»

Κράτησε μέσα του τη ζεστασιά. Κι έγραψε:

«Κάθομαι στο καφενείο στην Αχαρνών
και κοιτάζω το δρόμο που γίνεται θέατρο.
Μπροστά από το τραπέζι,
περνούν οι ομορφιές του κόσμου:
λυγερές από μακρινές χώρες,
το ίδιο απρόσιτες όπως όλες οι όμορφες∙
στιβαρά παλικάρια που το βήμα τους
δαμάζει την άσφαλτο∙
χαρούμενες παιδικές φωνές,
φτάνουν στα κουρασμένα αυτιά μου.
Αλλά κανείς δεν τους θέλει
και τους βρίσκω συγγενείς μου.
Λαθρομετανάστης ήμουν κι εγώ στη ζωή μου,
χωρίς χαρτιά και άδεια παραμονής.
Και στην πρώτη σκούπα με απέλασες.
Και μου έρχεται να χωθώ
σ’ αυτό το πολύχρωμο πλήθος και να τους πω:
«Πάρτε με μαζί σας, είμαι δικός σας».

Γεννήθηκε σαν σήμερα ο Κοροβέσης. Που μας είπε: «Αυτοί που θα πουν ότι στη Μπουμπουλίνας δεν έγιναν βασανιστήρια, είναι αυτοί που θα κάνουν τα επόμενα».

Ο Περικλής που έγραψε αυτό, αυτό που μπορεί να μας τσακίσει:

«Είχα σβήσει με μπλάνκο το όνομά σου από την ατζέντα μου. Δεν περίμενα να ξαναπάρεις τηλέφωνο ύστερα από τόσον καιρό. Και όμως πήρες. Ρώτησες αν ενοχλείς. Ήσουν ευγενική. Το μέταλλο της φωνής σου, πολύτιμο όπως πάντα. Ρώτησες αν γράφω. Δεν ήθελες να με διακόψεις. Εκτιμούσες πάντα την δουλειά μου.
Ρωτάς τι κάνω. “Όλα καλά”, σου λέω.
Τι να σου πω; Με γάμησες, Περίπατο έκανες στη ζωή μου και τη διέλυσες».

Πού είναι ρε ένας Περικλής μες στη βαρβαρότητα που ζούμε, πού είναι τώρα που χρειάζεται; Γύρνα για λίγο, Περικλή. Να πεις ξανά, για τους ανθρωποφύλακες.

αλιευμένο: από Κατερίνα Κούκα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *