…κανείς δεν ένιωσε ότι η κοινωνία που ζούμε έχει έστω μισή ελπίδα, Ελπίδα μου, να γίνει λίγο, τόσο δα λιγάκι, καλύτερη.

Χθες είχα μια κουβέντα. Όχι, μου λέει, αν έρθει ο αλλος και ζητήσει λεφτά δεν θα αμυνθω. Θα του τα δώσω. Δεν ξέρω αν έχει μαχαίρι ή όχι. Δεν κοστολόγω τη ζωή μου στα λεφτά που έχω. Κι αν μπουν στο σπίτι μου, θα κάνω πως κοιμάμαι. Να ζήσω, αρκεί να ζήσω. Διαφωνώ. Το λέω. Είμαι ο μόνος στην παρέα. Ο παράξενος, γραφικός μονος. Η παρακάτω ιστορία δείχνει πως είναι να αντιδρούμε “σωστά” (Naris Alexandros)

Περί σαπίλας της κοινωνίας

26/4/2026

σημειώνει: η Μυρτώ Μαμίς

Ιδού φρέσκο φρέσκο χθεσινοβραδινο, και μάλιστα με πλοτ τουιστ.

Διπλό πλοτ τουιστ.

Πάει χθες βράδυ η 18χρονη πρωτοκορη μου η Ελπίδα, με μια φίλη της, σε λαιβ στα Εξάρχεια.

Ντυμένες όπως ντύνονται οι κοπελίτσες στα λαιβ.

Τοπακι από πάνω, φαρδιά φόρμα από κάτω, αθλητικά για την ορθοστασία και το χορό, βλεφαριδα κάγκελο, lip combo κλπ..

Τελειώνει το λαιβ κατά τη μία παρα, πάνε Ομόνοια να πάρουνε τρένο, φυσικά έχουν μόλις χάσει το τελευταίο, λένε να πάρουνε τη μαμά της φίλης να έρθει να τις παρει κι ανεβαίνουν πάλι στην πλατεία για να την περιμένουν.

Μέσα σε δευτερόλεπτα αρχίζουν να μαζεύονται γύρω τους διάφοροι αλλοδαποί.

Πρώτα δυο-τρεις, μετά πεντεξι, σιγά σιγά γίνονται μπολικοι.

Σα σκηνή από τα “Πουλιά” του Χίτσκοκ.

Μόνο που αυτοί δεν τις παρατηρούν απλά ετοιμάζοντας επίθεση.

Αρχίζουν να τις δείχνουν, να γελάνε και να λένε διαφορά στη γλώσσα τους, να τους κάνουν χειρονομίες τύπου “Σε χουφτωνω” κι όλα αυτά τα ανεξήγητα καφριλικια που κάνουν οι μικρονοικοι σερνικοι, νομίζοντας τι άραγε, ότι υπάρχει περίπτωση εστω κι ένα θηλυκό να ενδώσει και να πει “Ναι, τέλεια, ελα”?

Όπως είναι λογικό τους πήγε να.

Μόνες τους μια η ώρα τη νύχτα στην Ομόνοια περικυκλωμενες από λιγουρηδες στων οποίων την κουλτούρα θεωρούνται, στα 16 η μία και κλεισμένα 18 η άλλη, ήδη μεγαλοκοπελες της παντρειας.

Φοβισμένες πάνε σ’ ένα μαγαζί εκεί στην πλατεία όπου δουλεύουν δύο άντρες – Έλληνες.

Έχει σημασία αυτό.

Κι εδώ αρχιζει το πλοτ τουιστ.

Μιλάει η δικιά μου ως μεγαλύτερη:

“Συγγνώμη, μήπως μπορούμε να μπούμε μέσα στο μαγαζί για λίγο γιατί κυκλοφορούν κάτι περίεργοι εδώ και έχουμε φοβηθεί?”

“Όχι, δε γινεται” απαντάει ο ένας.

“Για λίγο μονο” επιμένει η Ελπίδα “μέχρι να έρθει η μαμά της κοπέλας να μας πάρει.”

“Κορίτσια δε γίνεται, άμα αφήσω εσάς να μπείτε πρέπει να αφήσω και τους άλλους” απαντάει ο “άντρας”.

Φεύγουνε οι μικρές, βλέπουν ότι οι αλλοδαποί είναι ακόμα μαζεμένοι και μάλιστα είναι σα να τις έχουν περικυκλώσει γιατί έχουν γίνει τώρα δύο ομάδες, μισοί από τη μια μεριά και μισοί από την άλλη, και τις ακολουθούν κάνοντας χειρονομίες και γελώντας.

Πάνε έξω από ένα φαλαφελαδικο πιο ‘κει, όπου κάθεται μια παρέα νεαρών. Έλληνες κι αυτοί.

Οι αλλοδαποί να τις ακολουθανε κατά πόδας.

Τους βλέπουν οι νεαροί, βλέπουν και τα κορίτσια, δε δίνουν σημασία, συνεχίζουν να μιλάνε για Στοίχημα και ομάδες.

Να κανω εδώ μια παρενθεσουλα:

Δεν είχε φυσικά κανείς την απαίτηση να παρεμβουν. Αλλοίμονο.

Αν ήμουν η μάνα τους, με τίποτα δε θα ήθελα να τους δω να μπλέκουν σε καυγά με ένα τσουρμο αλλοδαπούς για να υπερασπιστουν δύο κοπέλες.

Δε μπλέκεις.

Αλλά, γαμωτο δηλαδή, είσαι άντρας, βλέπεις τι γίνεται, βλέπεις τα κορίτσια πόσο έχουν φοβηθεί, πες τους έστω να έρθουν να κάτσουν μαζί σας! Κάνε κάτι!

Όχι να τσακωθείς με τους άλλους, δεν ξέρεις τι κουβαλάνε πάνω τους, δε θες να καταλήξεις μαχαιρωμενος βέβαια, αλλά έστω, πες στα κορίτσια να έρθουν να κάτσουν εκεί μαζί σας, μη γυρνάς το κεφάλι πού να πάρει, σα να μην τρέχει τίποτα!

Μα έχει κι άλλο πλοτ τουιστ.

“Εκείνη τη στιγμή μαμα” μου διηγείται η Ελπίδα “βγαινει μια γυναίκα που δουλεύει στο φαλαφελαδικο και μας βλέπει.”

“Θέλετε κάτι κορίτσια?” μας ρωτάει.

“Όχι” λέμε “Απλά στεκόμαστε εδώ γιατί μας ακολουθούν αυτοί οι τύποι εκειπερα και μας λένε διαφορά κι έχουμε φοβηθεί.”

“Δε γίνεται να μείνετε εδώ αν δεν πάρετε κάτι, πρέπει να φυγετε” τους λέει η “γυναίκα.”

“Μα έξω καθόμαστε, για λίγο, μέχρι να έρθει η μαμά της κοπέλας να μας παρει.”

“Να πάτε πιο εκεί! Εδώ δεν επιτρέπεται να είστε αν δεν πάρετε κάτι από το μαγαζί.”

Είναι η στιγμή της διήγησης όπου κυριολεκτικά έχω μείνει παγωτό.

Πιο παγωτό κι από όταν είδα πρώτη φορά το τέλος της “Έκτης Αίσθησης.”

Νομίζατε ότι όλο αυτό το κατεβατό το έγραψα για να κράξω τους αλλοδαπούς που πείραζαν τα κορίτσια?

Αμ δεν ήταν αυτοί οι “κακοι” της υπόθεσης.

Τουλάχιστον όχι οι χειρότεροι “κακοί.”

Διότι από αυτούς ξέρεις τι να περιμένεις.

Ξέρεις ότι θα δουν τα κοριτσάκια τα ομορφουλικα, τα ροδαλά, με τα τοπακια τους και τα μακιγιάζ τους και θα ξελιγωθουν και θ’ αρχίσουν τις μλκιες.

Το ξέρεις. Το περιμένεις.

Δεν περιμένεις όμως επ’ ουδενει τη συμπεριφορά των άλλων.

Των “δικών” μας.

Των αντρών.

Των περηφανων σερνικων ωρε, που πανηγυριζανε οι πατεράδες τους ότι κάνανε το γιο.

Τσάμπα πήγε ο έρμος ο κόκορας που σφαξανε για τα γεννητούρια.

Αλλά η χειρότερη όλων?

Η τύπισσα στο φαλαφελαδικο.

Γυναίκα ρε.

Σορρυ, ξέχασα τα εισαγωγικά.

“Γυναίκα.”

Κι αντί να τις βοηθήσει, να τις βάλει μεσα, να τους παρέχει καταφύγιο, έστω να τις αφήσει να περιμένουν στον εξωτερικό χώρο του μαγαζιού, ΤΙΣ ΕΔΙΩΞΕ.

Τις έδιωξε.

Η περιπέτεια είχε Δόξα το Θεό αίσιο τέλος.

Ήρθε η μαμά της φίλης, τις μάζεψε.

Κανείς δε βιάστηκε, κανείς δε μαχαίρωσε κανέναν, κανείς δε χουφτωθηκε.

Αλλά και κανείς δεν ένιωσε ότι η κοινωνία που ζούμε έχει έστω μισή ελπιδα, Ελπίδα μου, να γίνει λιγο, τόσο δα λιγάκι, καλύτερη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *