ΟΙΜΩΓΗ!

Ήταν ακόμη νωρίς. Μόλις 6 Σεπτεμβρίου. Και το καλοκαίρι πεισματικά αρνιόταν να παραδώσει σκυτάλη. Και το φθινόπωρο όμως νωχελικά αρνιόταν να λάβει την αρμόζουσα θέση του στη σκακιέρα του χρόνου. Κι όμως… Λίγες ώρες ήταν τελικά αρκετές, για να στήσει μακάβριο χορό στο θεσσαλικό Ζάλογγο η καταστροφή που μετατράπηκε σε όλεθρο και ο όλεθρος που μετατράπηκε σε στοιχειωμένο τετέλεσται ορατών και αοράτων.
Και η φύση αποκάλυψε το φοβερό της πρόσωπο κι ένα δίκιο που έκρυβε μέσα της χρόνια τώρα, χρόνια που ανεχόταν έναν βιασμό παρά φύση και λογική σε στεριά και σε θάλασσα. Και μάζευε την οργή της και κατάπινε τη βία στο ομολογουμένως ανθεκτικό της κορμί και υπέμενε, με την ελπίδα ότι το τελειότερο πλάσμα της δεν μπορεί, παρά κάποια στιγμή θα κατανοήσει, θα νιώσει, θα αντιδράσει, θα συμμορφωθεί. Και ήλθε του χρόνου το συναπάντημα το θύμα να ξεσπάσει και ο θύτης να καταφύγει σε θανάτου σιωπή.
Deus vult; Πλάνη και μάλιστα οικτρή.
Και ήγγικεν το πλήρωμα και η πληρωμή συνάμα. Και το ξεχρέωμα βέβηλων πράξεων και εκπορνευμένων συνειδήσεων. Και η ώρα της νεμέσεως μαζί με την οργή της τίσεως. Κλιματική αλλαγή; Οπωσδήποτε. Αλλά μαζί και εγκληματική αδιαφορία και αμέλεια. Αναμφισβήτητα.
Και μια οιμωγή σπαρακτική σκέπασε την ήρεμη απεραντοσύνη του κάμπου.
Και σπίτια σκεπάστηκαν ολόκληρα από νερά και λάσπη, περιουσίες αφανίστηκαν σε μια ριπή του χρόνου, χωράφια γόνιμα μετατράπηκαν σε άξενες λίμνες, ζώα χάθηκαν τις νύχτες των Κρυστάλλων και άνθρωποι σκαρφάλωσαν σε στέγες, εκλιπαρώντας για ζωή και ελπίδα.
Τούτη τη μεταβολή, την απρόσμενα τραγική, τούτα τα γυρίσματα του κύκλου που ανεβοκατεβαίνουν σε ένα ροντέο θανάτου, πώς να τα αιτιολογήσει κάποιος και πώς να τα εξηγήσει και κυρίως πώς να τα αφομοιώσει, αφού και τα υλικά της ψυχής έχουν σταματήσει την ροή τροφοδοσίας;
Θα πρέπει να τονιστεί ξανά και ξανά και όσες φορές χρειαστεί πως ναι, η κλιματική αλλαγή είναι εδώ. Αλλά, είναι εδώ και η αμετανόητη αμέλεια, ο στείρος ωχαδελφισμός, η στυγνή αδιαφορία, η βέβηλη πεποίθηση ότι μπορείς, εσύ ο θνητός, να υποτιμάς τη νοημοσύνη των κοινών… θνητών, γιατί εσύ φέρεις τον τίτλο του ξεχωριστού «αθανάτου»… Ε, ναι, λοιπόν, και αφού «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον» και για άλλη μια φορά κάποιοι:
Ευθύνονται
Για τη χαρά που ναυάγησε
στα απομεινάρια των βράχων χτυπώντας
Και το γέλιο που πάγωσε άξαφνα
στης καρδιάς τους κλεμμένους χειμώνες
(Ποιος να το πίστευε, άραγε, ότι λίγους μήνες μετά την εθνική τραγωδία στα Τέμπη και τον απροσδόκητο θάνατο των παιδιών μας, η ιστορία θα επαναλαμβανόταν με ανατριχιαστική ακρίβεια ως προς … τις συνιστώσες του ολέθρου!).
Και ναι, έπρεπε να ληφθούν μέτρα. Έπρεπε σαφώς να γίνουν περισσότερα. Έπρεπε να ακουστούν με σοβαρότητα οι δυσοίωνες προβλέψεις. Έπρεπε, έπρεπε… Ναυάγησε η πρόληψη και τώρα κοστίζει ακριβά η θεραπεία. Και οι εντατικές λιγόστεψαν. Και το προσωπικό δεν επαρκεί.
Ποιος θα εξηγήσει τώρα σε όλους αυτούς τους ανυπεράσπιστους Ροβινσώνες ότι θα πρέπει να μάθουν πια να ζουν στα ίδια τους τα μέρη ως πρόσφυγες; Ποιος θα τους εξηγήσει τον τρόπο να επιβιώσουν, με ένα χειμώνα δύσκολο από κάθε άποψη; Ποιος θα εξηγήσει στους ταλαιπωρημένους ηλικιωμένους ότι στα στερνά τους θα ξεριζώνονταν από τις πατρογονικές εστίες και δεν θα είχαν κυριολεκτικά «πού την κεφαλήν κλίναι»; Ποιος θα εξηγήσει στους νέους ανθρώπους ότι ήλθε ίσως η αποφράδα ώρα να κάνουν εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια και τα όνειρά τους, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί; Ποιος θεωρείται ικανός να θεραπεύσει τις πληγές της ψυχής που θα αιμορραγούν για χρόνια και με τις πρώτες ψιχάλες βροχής θα προκαλούν ωδίνες τοκετού συναισθημάτων ανυπεράσπιστων; Ποιος θα ξορκίσει τους βασανιστικούς εφιάλτες σαν πέφτει η νύχτα; Ποιος έχει το θάρρος να ομολογήσει ότι με κατεστραμμένο το 1/4 της γεωργικής παραγωγής της χώρας και το 5% του Α.Ε.Π. μπορεί να… ξυπνήσουν μνήμες πέτρινων χρόνων; Και κυρίως ποιος θα τολμήσει να κοιτάξει στα μάτια τα παιδιά αυτά που περίμεναν να ξαναβρεθούν στα ίδια αγαπημένα, οικεία μέρη με φίλους και συμμαθητές και θα τους πει ανερυθρίαστα ότι η καθημερινότητά τους θα είναι πια και ένας καθημερινός αγώνας για επιβίωση; «Καλή σχολική χρονιά, με αισιοδοξία και χαμόγελα»… Αλήθεια, πόση τραγική ειρωνεία ενυπάρχει σε τούτη τη συνήθη ευχή.
Ο θεσσαλικός κάμπος έχει μπει από την Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου, σε μονάδα εντατικής και περιμένει θεραπεία και αυξημένη φροντίδα. Γιατί είναι αυτός ο οποίος στήριζε σε μεγάλο βαθμό την οικονομία ενός ολόκληρου κράτους και την οικονομική άρα και κοινωνική ευρρωστία ολόκληρης της περιοχής. Και είναι επίσης αυτός που έδινε ζωή και παλμό στη ζωή των κατοίκων της. Και του αξίζουν τώρα που ασθενεί βαριά και φροντίδα και πρόληψη και θεραπεία και προστασία. Α, ναι! Και μια προοπτική, για να βρει τη δύναμη να ξαναδώσει ρεύμα δημιουργίας και ζωής.
Στη δίνη ενός κυκλώνα δεν έχει κανείς την πολυτέλεια της φλυαρίας και της εύκολης και αβασάνιστης απόδοσης ευθυνών. Όμως, όταν ο κυκλώνας ολοκληρώσει το θανατηφόρο πέρασμά του και ένας ήλιος λαμπρός ξανά θα φανεί (γιατί είναι νομοτέλεια του Θεού και της Φύσης την οργή του ουρανού να τη διαδέχεται το ζεστό χαμόγελο του ήλιου και η απόκοσμη λάμψη της ξαστεριάς του), θα έλθει η στιγμή της περισυλλογής, του αναλογισμού, η ώρα της κρίσης και της κριτικής και τότε ο καθένας μας ας αναλογιστεί το μερίδιο της ευθύνης του. Γιατί ευθύνες υπάρχουν. Και υπάρχουν στον τρόπο σκέψης, στον τρόπο της συνήθειας και στον τρόπο συμπεριφοράς και πράξης. Γιατί…
Ευθυνόμαστε
Για τις λέξεις που σώπασαν
Για τις φωνές που πνίγηκαν
Για την πίστη που ανεμβολίαστη έμεινε
σε επιτήδειους, εκτεθειμένα ανοχύρωτη
που με ταχύτητα ομαλά επιταχυνόμενη
κάνανε χρήση πρόσκαιρη, επίπλαστη
των φτηνών και παυσίπονων λόγων (Γ.Γ.)
Και γιατί μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Άσε που το λάθος καλύπτει συχνά πέπλο λήθης…
Αλλά ό,τι κι αν γίνει, ακόμα κι αν ο χρόνος την οργή μαλακώσει και τη θλίψη σκεπάσουν της καθημερινότητας τα μικρά γήινα θαύματα, ας δώσουμε υπόσχεση βαριά, σαν να γράφεται της ιστορίας βιβλίο αθάνατο:
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Το βουβό πόνο της αξιοπρέπειας των ανθρώπων, την ώρα που ακολουθούσαν της προσφυγιάς τα ματωμένα καραβάνια
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Τις κραυγές των αμνών την ώρα της βάρβαρης «εθελουσίας» εξόδου
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Τα απλανή των παιδιών τα βλέμματα που αναζητούσαν φως σε υδρορροές θανάτου
ΔΕΝ ΞΕΧΝΏ
Τα πληγωμένα ευχαριστώ που βγαίναν από χείλη σφιγμένα και καρδιές σφραγισμένες με της ευγνωμοσύνης το πρόσημο. Αλλά και…
ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ
Στο μεγαλείο ψυχής ανθρώπων απλών, σημαιοφόρων μιας αλληλεγγύης φωτοδότρας
ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ
Σε όλους όσοι όρισαν στη ζωή τους Θερμοπύλες να φυλάττουν και να τηρούν του Ιπποκράτη τον όρκο
ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ
Στο καθάριο βλέμμα των παιδιών του φωτός που λαχταρούν να ανοίγουν διάπλατα της ψυχής τους τα σπάνια ηλιοτρόπια.
Και τελικά… μπορεί σπίτια ολόκληρα να τα σκεπάστηκαν από νερά και λάσπη, περιουσίες να αφανίστηκαν σε μια ριπή του χρόνου, χωράφια γόνιμα να μετατράπηκαν σε άξενες λίμνες, αλλά παρόλη την καταστροφή και το θάνατο, ο άνθρωπος άλλη μια φορά υπερασπίστηκε τον τίτλο και τον ρόλο του σε τούτον εδώ τον κόσμο. Και χέρια ενώθηκαν και βλέμματα ανταλλάχτηκαν με την έννοια για μαξιλάρι παρθένο και λόγια στάλθηκαν με τρυφερότητα, για να απαλύνουν τον πόνο του ανθρώπου και των πραμάτων.
Και ένιωσα ρίγος, περηφάνια και συγκίνηση μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής.
Αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτός ο λαός έχει φιλότιμο και μεράκι και ευαισθησία και ψυχή πυράντοχη στης μοίρας τα χτυπήματα. Και προτερήματα πολλά. Αλλά έχει και δύο μειονεκτήματα που τα εξαργυρώνει με πόνο και δάκρυα: έχει εξασθενημένη μνήμη και ευπείθεια εύκολη και κρίση ευάλωτη στα παραπλανητικά των Σειρήνων τραγούδια.
«Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού». Γνωστό το ρητό, αλλά μάλλον άγνωστο το αληθινό νόημά του. Ας φανταστούμε επομένως τι θα συμβεί αν… το «δις» αντικατασταθεί από το «τρις» και «τετράκις» και «πεντάκις» και….
Δεν άκουσα; Πώς είπατε; Ορίστε; Συγγνώμη, κύριοι, εσείς πότε απολογείστε;
Και κυρίως σε ποιον!
Θαυμάζω απεριόριστα τον Πικάσο. Το μοναδικό του τρόπο να απεικονίζει με τρόπο υπερρεαλιστικό μια ενίοτε ζοφερή πραγματικότητα. Αν είχα λίγο από το τεράστιο ταλέντο του θα ζωγράφιζα κάποιους ανθρώπους, λίγους ευτυχώς, με ένα μάτι, αφού έτσι κι αλλιώς μονόφθαλμα βλέπουν τον κόσμο και κάποιους, τους περισσότερους θαρρώ, με μάτια τρία. Γιατί το τρίτο είναι το μάτι της καρδιάς και βρίσκεται κάπου εκεί, στου μετώπου το κυκλώπειο κέντρο.
Φωνή βοώντος εν τη πλημμύρα…
Η Γεωργία Γιώτα  είναι φιλόλογος και θεραπαινίδα της ποίησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *