Γύρευα την αίσθηση μιας άλλης εποχής και δεν τη βρήκα
12/1/2025
σημειώνει: ο Βαγγέλης Θεοδωρουλάκης
Πήγα χτες κι είδα την ταινία για την ζωή του Καζαντζίδη. Το πάλευα μέσα μου για καιρό, για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να πάω να την δω όταν έμαθα ότι ο Μάτσας υπέγραφε την μουσική της ταινίας αλλά και όταν έμαθα ότι η οικογένεια της Καίτη Γκρέυ είχε στείλει εξώδικο στην εταιρεία παραγωγής της ταινίας για να προστατέψει την φήμη της.
Με άλλα λόγια αμφέβαλλα πολύ για την αξιοπιστία της ταινίας. Βλέπετε όταν πας να δεις μια ταινία που είναι βιογραφική έχεις νομίζω την απαίτηση να προσεγγίζει την πραγματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο.
Τον Καζαντζίδη άργησα να τον καταλάβω. Ανέκαθεν αναγνώριζα το μέγεθος ή αν θέλετε το μεγαλείο της φωνής του αλλά δεν ήταν στα μικράτα μου ο καλλιτέχνης που θα με συνέπαιρνε.
Όταν ήμουν μικρός άκουγα ροκ. Κι όταν μετά από το ροκ (εκεί γύρω στα 30 μου) πήγα πίσω στον χρόνο κι άκουσα blues μου δημιουργήθηκε μια “περιέργεια” να ψάξω και τα δικά μας. Ξεκίνησα από τα ρεμπέτικα και γνώρισα τα λαϊκά αλλά και και την δημοτική μας μουσική πολύ αργότερα.
Όταν “τράκαρα” με τον Καζαντζίδη ήταν ακριβώς αυτό. Μετωπική σύγκρουση. Καθηλώθηκα. Όχι τόσο όμως από την φωνή του όσο από την ερμηνεία του. Από την αλήθεια που έβγαζε. Ο Καζαντζίδης ήταν ο ορισμός της συνέπειας του λόγου με την πράξη. Έκανε την “ζωή του όλη μια ευθύνη, που όλα του τα παίρνει και τίποτα δεν δίνει, ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρει αλλά το φουμάρει”…
Αυτό λοιπόν έψαξα στην ταινία. Αλήθεια….Τι βρήκα; στρογγυλοποίηση, λείανση των γωνιών. Να χωρέσουν όλοι κι όλα. Όχι ο Καζαντζίδης δεν ήταν για όλους. Ούτε ανήκε σε όλους. Και σίγουρα δεν ήταν για τους “μάτσες” της εποχής. Ούτε για τους εφοπλιστές που τραγουδούσαν την δραπετσώνα αλλά ούτε και για τους λούμπεν που τραγουδούσαν τον μάγκα του βοτανικού. Ο Στέλιος ήταν η προσωποποίηση των βασάνων που πέρασε και περνά αυτή η δύσμοιρη χώρα….Και με ποιους να πάει και ποιους ν’ αφήσει αυτός ο άνθρωπος; γι’ αυτό αγάπησε το ψάρεμα. Μοναχική τέχνη βλέπετε. Διαλογισμός….
Η ταινία έχει ήδη ξεπεράσει τα 500 χιλιάδες εισιτήρια. Είδα γέρους να βουρκώνουν και νέους να διακρίνουν κάτι αλλιώτικο από τα τραπ και τα χυδαιολαϊκά της εποχής μας. Όταν δεν ξέρεις που πας γύρνα πίσω, λέγανε οι παλιοί. Και πολλοί πιτσιρικάδες γυρνάνε πίσω. Γιατί καταλαβαίνουν ότι το μέλλον που σχεδίασαν γι’ αυτούς απλά δεν τους ανήκει….
Τίποτα άλλο. Κρίμα πάντως με τέτοια κληρονομιά που μας άφησε η γενιά του πολέμου να έχουμε μια πατρίδα έτσι όπως είναι. Με τσιπροκούληδες, ρουβοψινάκηδες και πορτοπρετεντέρηδες….
ΥΓ: κριτικές για σκηνοθεσίες, υποκριτικές ικανότητες, σενάρια κτλ διαβάστε αλλού. Εμένα το μόνο που μ’ ενδιέφερε στην ταινία να βρω ήταν η αίσθηση μιας άλλης εποχής. Που τελείωσε. οριστικά και αμετάκλητα. Τότε που οι άνθρωποι πίστευαν. Σε οτιδήποτε….και δεν το βρήκα
