Τόσες πρωτοχρονιές, γεμάτες γκαντεμιά

φωτο απ’ το περιοδικό Αν

1/1/2025

σημειώνει : Ο Ανδρέας Ρουμελιώτης

….64 Μ@Λ@@@@Κ@ ΜΟΥ!!!!!!!…………………… FΟREVER ετοιμοθάνατος στα μέσα της 7ης δεκαετίας της ζάμπλουτης ζωής μου. ΜΕ ΕΙΧΕ ΕΠΗΡΕΆΣΕΙ ΠΟΛΥ Η ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ – ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΗ ΤΟΥ 68 : Να Πεθαίνεις στα 30″, σε σκηνοθεσία Ρομέν Γκουπίλ – Η ιστορία της γνωριμίας του σκηνοθέτη με τον Μισέλ Ρεκανατί, στα 68, τα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν και η αυτοκτονία του συναγωνιστή και φίλου του το 1978, πριν κλείσει τα 30.

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝΑ ΕΞΏΦΥΛΛΟ (ς) με κάτι γκόμενες ΣΤΑ χάι ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (γυμνός μαζί με τον Τζιμάκο τον Πανούση να μας μαστιγώνουνε οι αφέντρες στο σαλόνι του περιοδικού Playboy και οπισθόφυλλο σε όλες τις σοβαρές Κυριακάτικες εφημερίδες με λούκ: ο αιμοσταγής δολοφόνος μ ένα πριόνι) οι άσχετοι λέγανε μα τι γκλαμουριά ο Ρουμελιώτης (!), όταν οι γιατροί μου, είχανε σηκώσει τα χέρια ψηλά. “ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΣΤΑ 30” … Ούτε “καλά 40” δεν τολμούσανε να μου ευχηθούν οι ηπατολόγοι μου. Ο ΣΥΚΩΤΙΣ είχε φτάσει μέχρι τ @ρχίδι@ ! Ο σπλήνας κρεμιότανε στο πάτωμα. ΣΥΝ η Πυλαία Υπέρταση, άμα μ αγαπούσες λίγο τότε(ς) και ερχόσουνα να με ιδείς, στανταράκι θα σιγοκλαψούριζες: “πήγα να ιδώ ένα φίλο μου που ήταν στο κρεβάτι, μα είδα απ έξω στέφανα και την αυλή γιομάτη.” ΟΞΕΙΑ ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ η ασαφής διάγνωσις. Τουτέστιν: ότι έπαθες που θα σε πάνε τέσσερις, το έπαθες μόνος σου δεν ευθύνονται οι ηπατικοί ιοί που γνωρίζουμε, ούτε καν η ηπατίτιδα G που μόλις είχε ανακαλύψει ο κορυφαίος ηπατολόγος μου ο καθηγητής Χατζηγιάννης. Πως λένε σήμερα: “έχεις αυτοάνοσο” … Τέτοια φάση. “ΚΟΨΕ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΟ ΑΛΚΟΛ” με συμβουλέψανε και … “ο Θεός βοηθός” ! Πήγα στο στρατό και με διώξανε με τις κλωτσιές: “Ρε άντε ψόφα μόνος σου”! Ούτε τρελόχαρτο δεν μου δίνανε το δικαίωμα να πάρω. ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ τον ΣΚΟΥΡΤΗ, τον ΜΠΑΜΠΗ τον ΤΣΙΚΛΙΡΟΠΟΥΛΟ και τον ΜΗΤΣΟ τον ΕΥΘΥΜΙΑΔΗ, τους κορυφαίους ΘΕΑΤΡΙΚΟΥΣ ΣΥΓΡΑΦΕΙΣ μας έκανα παρέα εκείνη την εποχή. “ΞΥΠΝΑ ΜΙΚΡΕ! Μας περιμένει ο Μπάμπης στο “ΝΤΟΛΤΣΕ” (στο ιστορικό στέκι μας στην Σκουφά, στα (α)νοητά σύνορα Εξαρχείων -Κολωνακίου), ρούφα! Και μου δινε ένα πικρό καφέ, κονιάκ πρωί – πρωί και μια τζούρα τρίφυλλη Καλαματιανή.

Ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕ με τρία διπλά ουίσκι έτοιμα στο τραπέζι. Αυτοί ήτανε και γαμώ τους πότες, απ του ΛΩΡΑ στην Μαβίλη στην ΣΤΟΑ στην Πατησίων και στην ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ στον Νέο Κόσμο. Συνέχεια πίνανε, ξυπνάγανε την νύχτα και είχανε το ποτήρι με το ουίσκι στο κομοδίνο. Βάζανε όμως πάγο μέσα και νερό και πίνανε αργά γουλιά – γουλιά, δεν τους έπινε όπως ήπιε εμένανε.

ΤΟ ΚΟΨΑ ΜΑΧΑΙΡΙ, η ίδια η Παναγία με βόηθησε και το συκώτι μου, όπως και ο σπλήνας μου μάζεψε, η πυλαία η υπέρταση εξασθένησε… ΟΜΩΣ ΣΤΑ 55 ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΚΑΝΩ, εν ζωή, ΤΗΝ ΚΗΔΕΊΑ ΜΟΥ. Ο καρδιολόγος και ο αστρολόγος μου (που έγραψε πρώτος το: “έρχεται ο Τσίπρας, ο άνθρωπος του πεπρωμένου”) συμφώνησαν ότι δεν βγάζω την χρονιά. ΤΟΥΣ ΥΠΕΡΟΧΟΥΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΥΣ ΜΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΝ ο πρύτανης και υφυπουργός της Παιδείας κ. Θεοδόσης Πελεγρίνης, ο διευθυντής τότε της ΕΡΤ κ. Λάμπης Ταγματάρχης και άλλοι διακεκριμένοι που με ύμνησαν και σαν νεκρό.

ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ, έχω αποθάνει προ πολλού. Χρόνια πολλά σου πτώμα μου ω (φτιαγμένο απο πηλό κάνεις ότι θέλεις το μυαλό)! …Πω ρε φούστη μου τι γαμάτο (σσ. Β υπερθετικός βαθμός του καλός, καλύτερο, καλυτερότερο, και γαμώ ή γαμάτο, ουδεμία αναφορά σε συνουσίες) εργαλείο αγόρασε ο Λάκης!

Τονε κράξανε στην “Ελευθεροτυπία” με κοινό “Πολιτικό Παρασκήνιο” ο Καφελιάς κι ο Παντυράκης, προσέτρεξα γω να τον υπερασπιστώ δημοσίως: “δεν την έκλεψε, από την επιτυχία του τα βγαλε τα μπικικίνια και με το σπαθί του τηνεπήρε την Μερσεντέ που ναι, πράγματι(ς), λίγο πιο τούρμπο απ του κρεοπώλη του,” έγραψα και, χωρίς να μου τηλεφωνήσει, μου στειλε ένα κουτί βραχάκια σοκολατάκια (μας σκλαβώσατε κύριε πρέσβη) για να μευχαριστήσει.

Μόνο η Τασούλα, η σχωρεμένη, θα μπορούσε να αποκαλύψει αν πράγματι υπήρξε ποτέ αυτός ο εναλλακτικός κρεοπώλης από τον οποίον θ αγόραζε προπαραμονή πρωτοχρονιάς ο ίδιος ο Λάκης το βιολογικής εκτροφής αρνί παϊδάκια για να τα ψήσουμε στο τζάκι στο μαγευτικό πέτρινο σπιτάκι, που ταν κυριολεκτικά ΜΕΣΑ στην θάλασσα, στην Νταμούχαρη, όπου δροσίζει με τον κόλπο της το όρος των Κενταύρων, και ενοικιάσαμε αυτό το κατώγι από ένα ευτυχισμένο ζευγαράκι υπερήλικων, μπας και μας μπει με το καλό ο νέος χρόνος, αλλά φευ, πάλι μου μπήκε ανάποδα εξ αιτίας της δεδομένης γενέθλιας γκαντεμιάς μου ( θα γράψω γι αυτήν παρακάτω – εγεννήθην εκ Σου.

2 Ιανουαρίου του 1961 και αισίως θα κλείσω μετ εμποδίων τα 64, αν δεν μου κάμει καμιά φουστιά ο Χαρούλης τις εναπομένουσες ώρες).Τρεις διακρινόμενοι μαντράχαλοι, 30 παρά κάτι την εποχή της ΠΑΣΟΚευημερίας (“μη με προσβάλλεις πάλι, θα κεράσω εγώ”) τσακωνόμασταν για το ποιός έχει κολητάρι τον καλύτερο χασάπη να φέρει το γνήσιο το τσιτσί να το φάμε.

Τα κορίτσια μας κοιτιόντουσαν και κουνάγανε το κεφάλι τους του στυλ: “μα, πόσο μαλάκες μπορεί να ναι όλοι οι άντρες μας.” Υποχωρώ γιατί είμαι ευγενής και καταφτάνουν που λές μετά΄των συζύγων τους νύχτα στο Πήλιο, με πολύ ανετίλα μιλάμε ο Στεφανίδης (που ετοιμαζόταν ανοίξει τον ΜΥΛΟ στο Μπεχτσινάρι κοντά στο πιο φίνο ακρογιάλι, στην Σαλονίκη) κι ο – προ μικρών Μήτσων – Λαζόπουλος. Ο τελευταίος φαντάζει πολύ αστείος, μέσα στην ολοκαίνουργια Μερσεντέ του ολίγον ντροπαλός, που του κώλυσε στις λάσπες εντελώς, και δεν ξεκόλλαγε μιλάμε, όσο κι αν σπρώχνουμε μια- ούλοι μαζί έ- οοοπ και ξεμεσιατήκαμε.Τουλάχιστον να ψήσουμε να φάμε καναμεζέ. Θα μας ζαλίσει ξεροσφύρι που το πίνουμε το τσίπουρο. Θεονήστικοι κι από ταξίδι ήμασταν.

Μετά ένας θεός ξέρει – βλέπουμε πώς θα ξεκολλήσουμε την γκλαμουράτη ναυαρχίδα της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας απ τις λάσπες, για να πάμε μουσαφιραίοι στο σπίτι του Διονύση του Σαββόπουλου και της Ασπας (σου μιλώ και κοκκινίζεις) στο Μούρεσι (έμθα ότι κάηκε μετά από χρόνια) όπου μας περιμένανε, όταν με το καλό μας μπει το νέο έτος, να τον υποδεχτούμε με τραγούδια και χαρά όλοι μαζί, ενωμένοι. “Λάκη που ναι τα παιδάκια”; “Πόσα θες να μας τρελάνεις και συ τώρα;!

Ο Στεφανίδης είπε ότι παρήγγειλε τα καλύτερα και τα ακύρωσα, θα με βλαστημάει ο χασάπης μου.”

Ο Νίκος κοίταξε εμένανε, σφίγγοντας τα χείλη (μη ξεστομίσει καναμπινελίκι μπροστά στην Κατερίνα, μέρα που ναι), ως μοναδικό υπαίτιο της συμφοράς που μας βρήκε. Είχαμε πιει όλο το Βόσπορο, το τσίπουρο συν μια νταμιτζάνα κρασί και θα μέναμε νηστικοί.

Να μη στα πολυλέω, ως εκ θαύματος, κιαλάρω ένα ψαρά να βγαίνει απ την βάρκα μες το σκοτάδι με μια σακούλα πλαστική στο χέρι. “Τι κρατάτε Κύριος;” “Κάτι μελανούρια έπιασα, δύο – τρία σαργουδάκια, ένα σαφριδάκι, διό προσφυγάκια, ψιλοπράγματα.” “Τα πουλάτε μήπως; Δεν έχουμε προμήθειες, τι να φάμε”…

”Θ’ αστειεύεστε αγαπητέ, έχει φτιάξει φρικασέ υπέροχο η Κυρά μου, δικά σας τα ψάρια, χρόνια πολλά και ευτυχισμένο το 1988! Να μη στα πολυλέω, πλακώνονται άσχημα ο Λάκης με τον Νίκο μεθυσμένοι για το αν απαιτείται τσιγαρόχαρτο για να ψηθούνε καλά οι ιχθύς στην σκάρα, καίνε οι άσχετοι τα ψάρια, κάρβουνο γινήκανε στο τζάκι. Σκάνε μύτη από πάνω η γριά κι ο γέρος με μια φυσαρμόνικα και χορεύουμε ολτουγκέδερ το: “παπάκι πάει στην ποταμιά” μεθυσμένοι, μούσκεμα με τα ρούχα μέσα στη θάλασσα.“Εεε, οοοπ! Βάλτε ένα χεράκι ακόμη παλληκάρια μου!”

Μες την λασπουριά με γόβες και σινιέ ταγεράκια τα κορίτσια, να δίνει το γενικό πρόσταγμα ο Λάκης γκαζώνοντας την Μερσεντέ να ξεκολλήσει … τι, ιδέτε εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη, κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα! Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος, σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα” που λεγε κι ο Σικελιανός στο Πνευματικό εμβατήριο, μετά από τρεις – τέσσερις ώρες βγήκαμε απ την λάσπη μούσκεμα, γιατί έριξε και βροχή, και λίγο πριν βγει ο ήλιος καταφέραμε ν ανεβούμε στου Σαββόπουλου. “Αργήσατε, σας περιμέναμε μήπως φάμε μαζί, Θα χετε μπουχτίσει το φαί. Ασπα κέρνα τα παιδιά καναγλυκάκι”…

Σ άλλη φάση, χαλαρουά, ο εντελώς θεατρικός Διονύσης. Κάνει πως παραβλέπει την λασπουριά μας και τοποθετεί τα γυμνά του πόδια σε μια λεκάνη με ζεστό νερό, σαν να ετοιμαζότανε η Ασπα να του τα σκουπίσει με τα μαλάκια της σε στυλ Μαγδαληνή. “καλώς όρισες 1968 (!)”, αναφωνεί. Και καπάκι στο καπάκι τα ουίσκια ο Βαγγέλης ο Γερμανός να μας τραγουδάει: “στην μπανιέρα δυο-δυο” ή κάτι τέτοιο και κανείς να μη μπορεί να σταματήσει το ανάγωγο νευρικό γέλιο της Τασούλας όπως και τον λόξιγκα της, επίσης Δραμινής, Κατερίνούλας.Είχε τρεις πιατέλες αχρείαστα γλυκά η Ασπα, τοποθετημένα στο πίσω τραπέζι, στα πλαίσια της σπατάλης τροφίμων, την εποχή της αφθονίας στα γιορτινά τραπέζια, εμείς κοντεύαμε να λιποθυμήσουμε απ την πείνα, αλλά ήμασταν σαν παιδάκια πολύ ντροπαλά, συνεννοούμαστε τους κλείνει κάθε οπτική επαφή απασχολώντας τους ο Λάκης με τον Νίκο και τα τρία κορίτσια, σουφρώνω εγώ και καταπίνω κάτι κεκάκια και μια τιραμισού, έρχεται η σειρά του Λάκη και μετά των κοριτσιών που τηνε πέφτουνε στα κοκ, μας έχει πιάσει γέλιο νευρικό ενώ παριστάνουμε ότι τραγουδάμε μαζί τους. Κάποια στιγμή φεύγει στο κενό το βλέμμα της Ασπας, και πέφτει στις άδειες πιατέλες της, ρεζίλι γίναμε των σκυλιών, δεν είπε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια, κανένα σχόλιο, Κυρία. Ούτε εγώ μαρτύρησα πόσα γλυκά χλαπάκωσα ξημέρωμ πρωτοχρονιάς του 88 και τα κανα εμετό.

Να μη στα πολυλέω, είναι σαν κάποιος -α, κάτι να μου διαμηνύει κάθε, μα κάθε (!) αλλαγή χρόνου στην γενέθλια γκαντεμιά μου: “αγοράκι όχι μαγκιές – κλανιές κι απόστημα σε μένα, να μου σε υπόχρεος που σε κρατάω με τα δόντια εν ζωή και σ έφτασα 64.

Αυτή η ιστορία της γκαντεμιάς που αξιώθηκα να σας διηγηθώ είναι η πιο λάιτ και διασκεδαστική. Δεν θα αναφερθώ στα θανατικά και τ’ ατυχήματα που μου επιφύλασσε η οντότητα, η σκεπτομορφή κι ο αλγόριθμος της κάθε τέλος του έτους.

Μετά το Πήλιο πήγα πρωτοχρονιά Λονδίνο με την γνωστή δημοσιογραφικοπαρέα και κατέβηκα ξημερώματα σκαλί -σκαλί γυμνός, με το σώβρακο από τον 21 όροφο, γιατί χτύπησε συναγερμός για μπόμπα και μας ανέκρινε η Metropolitan Police Service, MPS, γνωστή ανεπίσημα και ως the Met μέχρι που αποδείχτηκε ότι ήμουνα αθώος και με τυλίξανε σε μι κουβέρτα γιατί τουρτούριζα.

Την επόμενη χρονιά την ώρα που άλλαζε η δεκαετία κλειστήκαμε, πάνω από μια ώρα, στο ΜΕΤΡΟ,στο Παρίσι. Μαύρο σκοτάδι, κάτι αγριεμένοι μετανάστες να σπάνε τα μπουκάλια με τις σαμπάνιες τους και να βρίζουν, ανάβει ένας φακός κι ένα τσούρμο κοριτσάκια, ελληνάκια από το πουθενά (κάποιο μ αναγνώρισε) να φωνάζουνε εν χορό: “Ρού -με -λιώ της! Ρού-με-λιώ -της!”. Ένας μαυριδερός κινείται απειλητικά με το σπασμένο μπουκάλι της σαμπάνιας εναντίον μου, τον αγκαλιάζω, τον φιλάω, ούτε εγώ δεν μπορώ να φανταστώ τι τον εμπόδισε να μου χώσει, έτσι για την φάση, το γυαλί στον λαιμό. Πέρσι άλλαξα χρόνο με ακατέβατο 41 πυρετό μονάχος μου στο σπίτι στο χωριό κι ευτυχώς μου τηλεφώνησε ένα κορίτσι π τα παλιά και ήρθε και μ έτριψε με οινόπνευμα και μου ρίξε βεντούζες σταυρωτές.

Λίγες ώρες απομένουν για ν αλλάξει ο χρόνος, να καβατζάρω την Πρωτοχρονιά και του 2025 και να γίνω 64 μαλάκαα μουου!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *