Μετά από 150 χρόνια, οι λύκοι επιστρέφουν στην Ευρώπη. Ωστόσο, αυτή η εντυπωσιακή ανάκαμψη του είδους στη Γηραιά Hπειρο αντί να προκαλεί ενθουσιασμό γίνεται αντικείμενο άσκησης πιέσεων από κυνηγούς, αγροτικές ομάδες και λαϊκιστές πολιτικούς που τάσσονται ανοιχτά κατά του αυξανόμενου πληθυσμού των λύκων και προτείνουν την αλλαγή του καθεστώτος προστασίας του στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τελικά, την εξόντωσή του. Κάτι που έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών οργανώσεων.
Οι λύκοι ήταν συνηθισμένοι σε όλη την Ευρώπη μέχρι που εξαφανίστηκαν από μεγάλες περιοχές της ηπείρου τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, οι πληθυσμοί τους άρχισαν να ανακάμπτουν τη δεκαετία του 1970 καθώς μετακόμισαν σε εκτάσεις αχρησιμοποίητης γεωργικής γης, αλλά κυρίως γιατί θεσπίστηκαν αυστηροί κανονισμοί για την προστασία και διατήρηση του είδους από το 1992. Μια πρόσφατη ανάλυση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι ο αριθμός των λύκων στην Ε.Ε. ανήλθε σε 20.300 το 2023, μια αύξηση κατά 81% σε σχέση τους εκτιμώμενους 11.193 που ζούσαν στα ευρωπαϊκά εδάφη το 2012. Ομως, καθώς οι πληθυσμοί του είδους αυξάνονται, εκτιμάται ότι 65.000 ζώα σκοτώνονται κάθε χρόνο από λύκους.
Τον Σεπτέμβριο του 2023, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δήλωσε ότι «Η επιστροφή των λύκων είναι καλά νέα για τη βιοποικιλότητα στην Ευρώπη. Ομως, η συγκέντρωση από αγέλες λύκων σε ορισμένες ευρωπαϊκές περιοχές έχει γίνει πραγματικός κίνδυνος, ειδικά για τα ζώα και ενδεχομένως και για τους ανθρώπους. Για να διαχειριστούν πιο ενεργά τις κρίσιμες συγκεντρώσεις λύκων, οι τοπικές αρχές έχουν ζητήσει μεγαλύτερη ευελιξία».
Στη συνέχεια, η Επιτροπή απηύθυνε πρόσκληση για πληροφορίες σχετικά με τους πληθυσμούς λύκων σε ολόκληρη την Ε.Ε. και στα τέλη Δεκεμβρίου πρότεινε την αλλαγή του καθεστώτος προστασίας τους από «αυστηρά προστατευόμενο» σε «προστατευόμενο». Σήμερα, ο λύκος είναι αυστηρά προστατευόμενο είδος σύμφωνα με την Οδηγία της Ε.Ε. για τους Οικοτόπους και τη Σύμβαση της Βέρνης, μια συνθήκη που διέπει τη διατήρηση της άγριας χλωρίδας και πανίδας σε όλη την Ε.Ε., κάτι που σημαίνει ότι η σύλληψη και η θανάτωσή του απαγορεύονται, εκτός κι αν αποτελούν κίνδυνο για τον άνθρωπο ή τα ζώα. Εάν η πρόταση της Επιτροπής γίνει αποδεκτή, θα ανοίξει ο δρόμος για μια αλλαγή στις ευρωπαϊκές Οδηγίες για τους οικοτόπους, ώστε να δοθούν στις χώρες περισσότερες εξουσίες για τον έλεγχο των πληθυσμών των λύκων και, βέβαια, να ξεκινήσει το ανελέητο κυνήγι του.
Ωστόσο, η αλλαγή του καθεστώτος προστασίας του λύκου δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται, ιδιαίτερα καθώς μόνο τρεις από τους εννέα πληθυσμούς λύκων στην Ε.Ε. έχουν φτάσει σε καθεστώς διατήρησης και συγκεκριμένα οι λύκοι της Βαλτικής, των Καρπαθίων και των Διναρικών Βαλκανίων. Κάτι που σημαίνει ότι εάν οι λύκοι θανατώνονταν ή κυνηγιούνταν, ο πληθυσμός τους δεν θα ήταν βιώσιμος.
Αυτό το γεγονός δεν πτοεί τις κυνηγετικές και αγροτικές ενώσεις που καλούν τις Βρυξέλλες να αλλάξουν το καθεστώς προστασίας των λύκων για να τους επιτρέψει να σκοτώσουν τα περισσότερα από τα ζώα, υποστηρίζοντας ότι οι αγρότες «δέχονται τεράστια πίεση» για να προστατεύσουν τα ζώα τους. Την έντονη αντίδρασή τους γι’ αυτά τα σχέδια εξέφρασαν με επιστολή τους προς τη Φον ντερ Λάιεν σχεδόν 300 ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές οργανώσεις -μεταξύ των οποίων 19 ελληνικές- αναφέροντας ότι η τρέχουσα επιστημονική αξιολόγηση του πληθυσμού των λύκων στη δυτική Ευρώπη δεν δικαιολογεί αλλαγή στην προστασία τους («Να διατηρηθεί η προστασία του λύκου στην Ευρώπη», «Εφ.Συν.», 2/1/2024).
Τι να φταίει όμως γι’ αυτή την αιμοσταγή στροφή απέναντι σε ένα είδος που κατάφερε να ανακάμψει επιστρέφοντας εκεί που άλλοτε ανθούσε; Να φταίει το γεγονός ότι το πόνι της ίδιας της Φον ντερ Λάιεν σκοτώθηκε από έναν λύκο στη Γερμανία το 2022; Ολα δείχνουν ότι στην προκειμένη περίπτωση, οι λύκοι πέφτουν θύματα της αδυσώπητης πολιτικής εκμετάλλευσης. Είναι ενδεικτικό ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κρούει επίσης τον κώδωνα του κινδύνου για έναν αυξανόμενο αριθμό επιθέσεων λύκων, καθώς προσπαθεί να τοποθετηθεί ως υπερασπιστής των αγροτικών κοινοτήτων ενόψει των επερχόμενων ευρωεκλογών.
Το ζητούμενο είναι πώς θα αποφευχθεί αυτή η σχεδιαζόμενη γενοκτονία του ανακάμπτοντα λύκου ώστε να επιτευχθεί ένας τρόπος συνύπαρξης, για παράδειγμα, με την οικονομική αποζημίωση για απώλειες ζώων, καθώς και η βελτίωση της πρόληψης των επιθέσεων από λύκους.
Για το ζήτημα είχε ήδη τοποθετηθεί ο Νορβηγός φιλόσοφος Αρνε Νες (27/1/1912 – 12/1/2009), ο ιδρυτής της αποκαλούμενης «βαθιάς οικολογίας». Σε ένα δοκίμιο που είχε δημοσιεύσει μαζί με τον βιολόγο Ιβάρ Μάιστεραντ το 1987 ανέφεραν: «Η ευημερία του είδους του λύκου ως μέρος της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης ζωής στη Γη έχει αξία από μόνη της!». Ως αποτέλεσμα, υποστήριξαν, «οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μειώσουν αυτόν τον πλούτο και την ποικιλομορφία, συμπεριλαμβανομένων των ενδιαιτημάτων και των φυλών των λύκων, μόνο για να ικανοποιήσουν ζωτικές ανάγκες!».
ΠΗΓΗ: efsyn.gr
