Αντώνης Ανδρουλιδάκης
13/1/2026
- Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν πουλά πολιτική. Πουλά εικόνα ισχύος. Πουλά την ψευδαίσθηση του αήττητου άντρα σε έναν κόσμο γεμάτο ηττημένους. Και αυτή ακριβώς η εικόνα -με πούρα, επιβολή (σε μια χώρα σύμβολο της Επανάστασης), υπερβολή- είναι το πραγματικό του πρόγραμμα.
Δεν χρειάζεται να του κάνει κανείς διάγνωση για να δει τα ναρκισσιστικά μοτίβα. Αυτοδοξασμός/μαγαλομανία χωρίς όρια, μηδενική ανοχή στην κριτική, ασπρόμαυρη διχοτόμηση του κόσμου σε νικητές και εχθρούς. Η πολιτική του δεν είναι διακυβέρνηση. Είναι θέαμα. Και στο θέαμα, ο πρωταγωνιστής δεν λογοδοτεί, λατρεύεται.
Το υπόβαθρο αυτής της περσόνας δεν είναι μυστικό. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον σκληρό, αυταρχικό, χωρίς χώρο για αδυναμία. Όταν η ευαισθησία τιμωρείται, γεννιέται συχνά ο “εύθραυστος ναρκισσισμός”. Μια υπερτροφική αυτοεικόνα που λειτουργεί σαν πανοπλία για να ανακουφίσει την βαθιά μειονεξία. Δεν γίνεσαι μεγάλος επειδή νιώθεις σπουδαίος. Γίνεσαι μεγάλος επειδή φοβάσαι να μην τυχόν φανείς μικρός.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι ο Τραμπ. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό “δουλεύει” και “μολύνει” το κοινωνικό σώμα.
Δουλεύει γιατί μεγάλο κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας νιώθει ταπεινωμένο, ξεχασμένο, παραμερισμένο. Σε αυτούς δεν προσφέρει πολιτικές λύσεις. Προσφέρει συναισθηματική αποκατάσταση. Όταν λέει «είμαι ο καλύτερος», μεταφράζεται σε «δεν είσαι χαμένος». Όταν επιτίθεται στους θεσμούς, ακούγεται σαν εκδίκηση απέναντι σε ένα σύστημα που τους αγνόησε.
Γι’ αυτό η σχέση μαζί του δεν είναι πολιτική. Είναι ψυχολογική. Δεν τον στηρίζουν επειδή συμφωνούν. Τον στηρίζουν επειδή ταυτίζονται μαζί του. Δεν βλέπουν έναν ηγέτη. Βλέπουν τον εαυτό τους όπως θα ήθελαν να είναι: ατρόμητοι, ακαταμάχητοι, πάνω από όλους.
Και εδώ είναι ο πραγματικός κίνδυνος.
Όταν η πολιτική γίνεται καθρέφτης εγωισμού, η δημοκρατία καταντά σκηνή. Η εξουσία παύει να κρίνεται με βάση την αλήθεια και αρχίζει να κρίνεται με βάση το χειροκρότημα. Ο πιο θορυβώδης κερδίζει. Όχι ο πιο ικανός.
Ο Τραμπ δεν είναι ανωμαλία. Είναι σύμπτωμα. Σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δεν αντέχει πια να νιώθει αδύναμη και γι’ αυτό ερωτεύεται την υπερβολή. Όσο δεν θεραπεύονται οι βαθιές κοινωνικές πληγές -ανισότητα, αποκλεισμός, απώλεια νοήματος- τόσο θα κυριαρχούν ηγέτες που δεν υπόσχονται λύσεις, αλλά μεγαλείο.
Γι’ αυτό και η (όποια) δημοκρατία μετατρέπεται σε σόου, ο ψυχισμός του κοινωνικά αδύναμου ανακουφίζεται, ο φασισμός “φορτώνει τις μπαταρίες” του και το Σύστημα αναπαράγεται.
