Ο (και) ποιητής Παντελής Μπουκάλας εκ βαθέων στο libre: Πώς θα σχολίαζε ο Καραϊσκάκης την επικαιρότητα;

Ο Παντελής Μπουκάλας είναι πολλά πράγματα μαζί. Εγώ απέναντί μου είχα τον ποιητή. Τον πολυπράγμονα ποιητή και διανοούμενο, που ξέρει να αγγίζει το φορτίο της μνήμης, να υπάρχει συνειδητά στο παρόν και να αγωνίζεται για το μέλλον. Από το Λεσίνι του Μεσολογγίου και την Καλλιθέα της πρώτης νεότητας μέχρι σήμερα, ο Παντελής Μπουκάλας δρα με την περιέργεια και τη μαχητικότητα του ανθρώπου που ξεκινά τώρα.

Αυτόν τον καιρό, ο Θεατρικός Οργανισμός «Νέος Λόγος» και το studio Μαυρομιχάλη παρουσιάζουν το καινούριο έργο του «Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και το φάσμα των φατριών», σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή, Στέλλας Κρούσκα και Κλεοπάτρας Τολόγκου.

  • «Το θέατρο (και η λογοτεχνία γενικότερα) είναι τέχνη της απορίας και των ερωτημάτων, όχι των τελεσίδικων απαντήσεων, και μάλιστα σε ζητήματα για τα οποία η ιστοριογραφία δεν συμφωνεί στις προσεγγίσεις και τα συμπεράσματά της».

Θέατρο, ποίηση, δοκίμια, έρευνα, δημοσιογραφία, άνθρωποι, άνθρωποι, «αγάπη που απλώς συμβαίνει» κι όλα αυτά γιατί η ζωή στην περίπτωση του Παντελή Μπουκάλα έχει το δικό της αυθύπαρκτο σχήμα.

έχετε πει κ. Μπουκάλα, «Από μικρός διάβαζα πολύ». Κατακτούσατε μιαν ελευθερία που σας έκανε, ας πούμε, πιο διεκδικητικό;

Το μόνο που διεκδικούσα, που μπορούσα να διεκδικήσω σαν παιδί αγροτικής οικογένειας στα χρόνια του 1960, ήταν βιβλία, περισσότερα βιβλία. Περισσότερες γραμμένες σελίδες κάθε λογής. Βιβλιοθήκη άργησα πολύ να αποκτήσω, αλλά ήταν να μη βάλω μπρος. Τώρα είναι βιβλιοθήκη ολόκληρο το σπίτι.

Το διάβασμα είναι πέρασμα, ταξίδι σε άλλους κόσμους, πότε τερπνούς και πότε στενάχωρους. Αν θα ελευθερωθείς ή θα αιχμαλωτιστείς, αν θ’ ανοίξει το μυαλό σου και θα πληθύνει ή θα στενέψει, εξαρτάται από τα βιβλία που θα κινήσουν την περιέργειά σου στην κρίσιμη εφηβική και μετεφηβική ηλικία, κι αν θα βρεθεί ένας καλός άνθρωπος να σου πει δυο φρόνιμες κουβέντες χωρίς να θέλει να σε χειραγωγήσει.

Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως έχεις κλίση προς την ανάγνωση ποίησης, αλλιώς θα δεις την τέχνη αυτή και τον κόσμον όλο αν μπεις στον αστερισμό του Καρυωτάκη, για παράδειγμα, και μείνεις εκεί. Και αλλιώς αν μπεις στον αστερισμό του Ελύτη, και πάλι παραδείγματος χάριν, και μείνεις επίσης εκεί (δεν παραβλέπω μολαταύτα τον καρυωτακικό χρωματισμό σε ποιήματα των δύο τελευταίων ελυτικών ποιητικών συλλογών). Διαβάζοντας ανεξίθρησκα και πολυσυλλεκτικά, δηλαδή και Καρυωτάκη και Ελύτη, και Σολωμό και Σούτσους, και Παλαμά και Καβάφη, και Ρίτσο αλλά και Αναγνωστάκη και Κατσαρό και Πατρίκιο και Αλεξάνδρου, έχεις πολύ περισσότερες πιθανότητες να ελευθερωθείς από προκαταλήψεις και στερεότυπα είτε υμνητικά είτε κρημνιστικά. Και σαν περισσότερο ελεύθερος είσαι -οφείλεις να είσαι- και περισσότερο υπεύθυνος, αλλιώς δεν γίνεται. Αν η ελευθερία σου δεν δουλεύει και υπέρ των άλλων, πάει στράφι.

Πώς θα σχολίαζε την επικαιρότητα ο Γεώργιος Καραϊσκάκης;

Ας ασεβήσω, δοκιμάζοντας στιχουργικά. Δοκιμάζοντας δηλαδή να μιμηθώ τον αμίμητο, κι ας είναι βέβαιη η αδυναμία του γραμματιζούμενου να ανατυπώσει τον αυθεντικά λαϊκό:

                 Ματώσαμε, σκοτώσαμε, σας δώσαμε πατρίδα.

                Κι εσείς, ζαγάρια μου άμυαλα, άπρεπα τη σκορπάτε.

                Το κέρατό μου, αγγόνια μου, μοιάζετε στην ακρίδα,

                που τρώει, τρώει κι όλο πεινάει. Κατά διαόλου πάτε.

 

ΠΗΓΗ: LIBRE

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *