δάνεια και αντιδάνεια της λατινικής γλώσσας
Όταν δεν ξέρεις από που έρχεσαι δεν ξέρεις και που πας. Όταν καταργείς τα πνεύματα και τους τόνους κόβεις από την ομιλία τους τόνους, που καθιστούν τον ήχο λυρικό και τον υποβαθμίζεις στον μονότονο ρυθμό της δυτικής μουσικής και των κορακοειδών πτηνών. Έτσι χάνουν και οι λέξεις τις ρίζες τους, που κράτησαν τον Ελληνισμό όρθιο ακόμη και κατά την Τουρκοκρατία, σε αντίθεση με άλλες φυλές και λαούς, όπως οι Φοίνικες κλπ, που εξαφανίστηκαν από τον χάρτη.
(Νίκος Σκαρλάτος)
11/11/2025
σημειώνει: η Θεοφανώ Πολυμέρη
- Διαβάζω σὲ «σοβαρὴ» ἱστοσελίδα : «Η λέξη ομπρέλλα είναι από την ιταλική ombrella, από την λατινική umbra (σκιά), πρωτοϊταλική (!) omra, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα hmrui (!)».
Σχολιάζεις, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ ἔχῃς ἀσχοληθῆ ἐκτενῶς μὲ τὴν γλῶσσα, ὅτι «ὄμβρος λέγεται στὰ ἀρχαία Ἑλληνικὰ ἡ βροχή, ἐξ οὗ τὰ «ὄμβρια ὕδατα», καὶ τὸ ἀντιδάνειο ὀμπρέλλα». Ἀπὸ κάτω κάποιοι ἑλληναράδες γελοῦν… Θέλει βλέπεις πολύ μυαλὸ νὰ κάνῃς τὸν συνειρμὸ αὐτὸν μόνος σου, ἐκεῖ καταντήσαμε.
Διαβάζουμε λοιπὸν στὸ Μέγα Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τοῦ 10ου αἰῶνος: «ὄμβρος, ἐκ τοῦ ὁμοῦ καὶ ρέει, ὁμόρος καὶ ὅμορος, πλεονασμῷ τὸ β, ὄμβρος. Ὁ ὁμοῦ ρέων καὶ κατερχόμενος.»
Συνεχίζει ὁλόκληρο κατεβατό… «ἢ ἐκ τοῦ φέρω, κατὰ συγκοπὴν φρὸς καὶ βρός, διὰ προσθήκης τοῦ ο καὶ β, ὄμβρος. Ἢ ἐκ τοῦ βάρος, ὁ βαρέως φερόμενος». Ἠχοποίητη λέξις δηλαδή. Ἡ Γλῶσσα μας ξεκίνησε νὰ γεννιέται ἀπὸ μονοσύλλαβα ΗΧΟΠΟΙΗΤΑ ρήματα. Ρῶ, ἀπὸ τὸν ἦχο τῆς «ρ-οῆς» τοῦ νεροῦ, Ξῶ λόγῳ τοῦ ἤχου ποὺ παράγεται ὅταν ξ-ύνουμε ξ-ύλο, κλπ. Ἐπιπροσθέτως, τὸ Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Λατινικῆς τοῦ 1828, τοῦ Cambridge, ἀναφέρει : ….Ὅλα ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς λέξεως «ὄμβρος».
Τὸ ὁμολογοῦν δηλαδὴ ΜΟΝΟΙ τους οἱ ἄνθρωποι, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὑπῆρχε σεβασμὸς στὴν ΓΝΩΣΙ καὶ τὴν ΑΛΗΘΕΙΑ. Ὠνόμασαν τὴν σκιὰ umbra, ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ λέξι ὄρφνα = σκοτεινιὰ (σχετικὴ ἡ λέξις ὀρφανός), ὅλα ἀπὸ τὸ ὄμβρος (βροχὴ) ἐπειδὴ ὅταν βρέχει σκοτεινιάζει ὁ οὐρανός. Τότε βέβαια ὅλοι ἀναγνώριζαν τὶς ἱστορικὲς πηγές, εἰδικὰ τῶν Ρωμαίων, ποὺ ὁμολογοῦν ὅτι τὰ Λατινικὰ εἶναι Ἑλληνικὴ διάλεκτος.
Τὸ δὲ Λεξικὸ αὐτό, ἔχει πολυσέλιδο πρόλογο ὅπου τονίζει ὁ καθηγητὴς Valpy ὅτι ἡ Λατινικὴ εἶναι ΘΥΓΑΤΕΡΑ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης.
Νὰ γελᾶμε ἢ νὰ κλαῖμε; Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐπικρατοῦσα ΑΜΟΡΦΩΣΙΑ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν «εἰδικῶνε» … εἶναι αὐτὴ ἡ ΧΥΔΑΙΟΤΗΣ ὡρισμένων ποὺ χασκογελᾶνε ἠλίθια μπροστὰ σὲ ὅ,τι δὲν κατανοοῦν, φέροντες ΓΝΩ-ΜΗ χωρὶς ΓΝΩ-ΣΙ… (γνώμη καὶ γνῶσις ἐκ τοῦ ρήματος γιγνώσκω…τὸ πρῶτο προϋποθέτει τὸ δεύτερο…)
