Εις μνήμην

Σαν σήμερα, το 1991, έφυγε από τη ζωή, ο Δημήτρης Λάγιος.

11/4/2025

Αρχές του 1982, σε κάποια συναυλία του Γιώργου Νταλάρα, τον άκουσα να λέει ένα τραγούδι που πολύ μου άρεσε:’ ‘Όμορφη και παράξενη πατρίδα”.

– Ποιου είναι; ρώτησα.

– Ενός νέου συνθέτη, του Δημήτρη Λάγιου.

Ήταν από τον πρώτο του δίσκο, που κυκλοφόρησε έπειτα από λίγο, τον Ήλιο τον Ηλιάτορα, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Μια θαυμάσια δουλειά για νέο συνθέτη, σ’ ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα. Έπειτα γνωριστήκαμε, ερχόταν και στην εφημερίδα με τις νέες δουλειές του, για τις συναυλίες,τα σχέδιά του, τις έρευνες πάνω στην παραδοσιακή μουσική του νησιού του, της Ζακύνθου – πάντα σεμνός, μετρημένος, ευγενικός. Και συνδεθήκαμε περισσότερο όταν το Καλοκαίρι του 1990 τον ακολούθησα στην Κύπρο, για μια σειρά συναυλιακών παραστάσεων με το ντόπιο μουσικοχορευτικό σύνολο Διάσταση.

Κι εκεί διαπίστωσα την αγάπη του για το μαρτυρικό νησί και τους Κύπριους, που ήταν αμοιβαία.(Μια σειρά τραγουδιών του αφιερωμένων στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και το υπέροχο ”Καρτερούμεν”, περιλαμβάνονται στον δίσκο ”Των Αθανάτων”, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, το 1994.) Ήδη πριν από λίγους μήνες(ένα χρόνο πριν πεθάνει) είχαν αρχίσει κάποιες ενοχλήσεις στο αναπνευστικό.

Μετά από το ταξίδι στην Κύπρο, οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες. Ακολούθησε σειρά εξετάσεων κι ένα ταξίδι στο Λονδίνο, όπου βεβαιώθηκε ότι είχε λαβωθεί άσχημα στον πνεύμονα. Θεραπευτική αγωγή στον Ευαγγελισμό και στο σπίτι του, αλλά και δουλειά στο πιάνο σε καινούρια πράγματα. Ήταν για ένα καινούριο δίσκο, με δική του μουσική και στίχους, με ερμηνευτές τον Γιώργο Νταλάρα, τους αδερφούς Κατσιμίχα και τη Σαβίνα Γιαννάτου. Τίτλος: ”Ερωτική πρόβα”.(Ο πλήρης αρχικός τίτλος, που ο Λάγιος είχε αρχίσει να γράφει πριν εκδηλωθεί η αρρώστια, ήταν: ”Ερωτική πρόβα στο θάνατο”. Τελικά αφαίρεσε τις δύο τελευταίες λέξεις -για να ξορκίσει ίσως το κακό- κι έτσι κυκλοφόρησε λίγο μετά το θάνατό του.) Όπως και μια άλλη θαυμάσια δουλειά του, το ”Ίνα τι”, με θρησκευτικούς ύμνους. Και στους δύο δίσκους μερικά κομμάτια τα ερμηνεύει σπαραχτικά ο ίδιος.

Εκεί στο κρεβάτι ετοίμαζε μία ακόμη εκδήλωση για την Κύπρο, που τελικά έγινε στην Αθήνα, στο Παλλάς, δώδεκα μέρες πριν από το θάνατό του, χωρίς τον ίδιο, γιατί ήταν αδύνατο να μετακινηθεί.

– Πώς είναι δυνατόν ο καρκίνος να χτυπάει στον πνεύμονα έναν άνθρωπο που δεν κάπνιζε, δεν έπινε, και είχε μια πειθαρχημένη ζωή; Μήπως αυτός που προσέχει κινδυνεύει εξίσου με εκείνον που εκτίθεται; ρώτησα λίγο πριν το τέλοςτον γιατρό που τον φρόντιζε.

– Δε στέκει επιστημονικά αυτό που λέτε, γιατί στατιστικά, το ποσοστό αυτών που εκτίθενται είναι μεγαλύτερο από εκείνων που προσέχουν. Έτυχε στον φίλο σας…ήταν η απάντηση του.

”Δεν υπάρχει τίποτα που να μη μπορεί να γίνει καλά”, έγραφε στο σημειωματάριό του. Και πιο κάτω: ”Η δουλειά μου με χρειάζεται και είναι αλήθεια ότι τη χρειάζομαι κι εγώ!Έχω ανάγκη να ξεπεράσω τον εαυτό μου, να ζήσω! Αρκετά πλήρωσα μέσα στο θυελλώδη και πανάσχημο αυτό χρόνο.Άλλα κι άλλα τόσα μπορώ ν’ αντέξω φτάνει να μη φύγω. ΚΑΙ ΔΕ ΘΑ ΦΥΓΩ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΑΚΟΜΑ.

”Σε άλλο σημείο κάνει αναφορά στα δύο αγαπημένα του πρόσωπα:Τη σύζυγο και συνεργάτριά του Πέγκυ και την κόρη τους, Υακίνθη: “Θέλω να δω την Υακίνθη είκοσι χρονώ. Πόσο το θέλω! Έχω το δικαίωμα να τη δω κι αν δεν το ‘χω, θα το πάρω! Δυο κοριτσάκια στο σπίτι μόνα; Ποτέ!

”Αλλά αυτό που τον χτύπησε ήταν πολύ δυνατό για να νικηθεί. Και ο Δημήτρης Λάγιος έφυγε νέος και ωραίος, με το ”γιατί” όσων τον είχαν γνωρίσει και αγαπήσει, αφήνοντας όμως ένα έργο ποιοτικό, πλούσιο σε καταβολές, έμπνευση κι ευαισθησία. Και καθώς αυτό που τον ενδιέφερε, αυτό που ήθελε να μείνει, είναι το έργο του. Ζήτησε το σώμα του ν’ αποτεφρωθεί και η τέφρα να σκορπιστεί στις θάλασσες των δύο πατρίδων που αγάπησε:της Ζακύνθου και της Κύπρου.

Ήταν ένα χρέος οδυνηρό για τους δικούς του,καθώς η σορός έπρεπε να μεταφερθεί στην Ιταλία για να αποτεφρωθεί (επειδή στην Ελλάδα δεν το επέτρεπε η Εκκλησία) και στη συνέχεια η τέφρα να σκορπιστεί όπου είχε ζητήσει.

Ήθελε, όπως σημείωσα ήδη, να μείνει μόνο το έργο του,που μετά το θάνατό του γνώρισε μια απήχηση που δεν είχε όσο ζούσε ο ίδιος…

Δημήτρης Γκιώνης

…………………………………………………………….

Απόσπασμα από το βιβλίο: Ένας κι ένας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *