ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ, ΣΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟ ΦΟΥΛΑΤΖΙΚ [«Φωλίτσα» Βιθυνίας ]

 Μία απ’ τις διασωθείσες γυναίκες του Φούλατζικ, με το μωρό της, πάνω στο πλοίο που τους μεταφέρει στην Ελλάδα.[ ”Η Έξοδος των Θρακών”]

23 Ιουνίου 2023

Γράφει: ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλάκης*

23 Ιουνίου 1920
Στο πλαίσιο της ιστορικής έρευνας για την “ΕΞΟΔΟ των ΘΡΑΚΩΝ” έπεσα πάνω σε πολλές βιαιοπραγίες των Τούρκων σε βάρος Ελλήνων, που δεν χωράνε σ’ ανθρώπου νού.
Βιαιοπραγίες, άγνωστες οι περισσότερες, που επιβεβαιώνουν τη ρήση του Νεοκλή Σαρρή οτι η “Τουρκία δεν έχει ιστορία, αλλά ποινικό μητρώο.”
Στο βιβλίο κάνω μια σχετική αναφορά στο “Ολοκαύτωμα του Φούλατζικ” της Βιθυνίας, σαν σήμερα, στις 23 Ιουνίου 1920, αλλά εδώ μπορώ να αναφέρω περισσότερα.
“Το Φούλατζικ («Φωλίτσα») της Βιθυνίας ήταν μια ακμάζουσα Ελληνορθόδοξη, κοινότητα στο μέσο μεταξύ της παραθαλάσσιας πολίχνης Καραμουσάλ και της Νίκαιας.
Οι κάτοικοι του Φούλατζικ, σύμφωνα με την παράδοση, κατ’ αρχήν ελληνόφωνες, στα σκληρά χρόνια της Σουλτανικής καταπιέσεως και περιβαλλόμενοι από συμπαγή τουρκικό πληθυσμό, παρά τις προσπάθειες των Τούρκων, όχι μόνο δεν εξισλαμίσθηκαν, αλλά αντίθετα αντιστάθηκαν και υπέστησαν παντός είδους διώξεις.
Ως πρώτο βήμα του εξισλαμισμού τους ήταν η απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας με βάρβαρες τιμωρίες (κοπή γλώσσας κ.λ.π.) για την περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν.
Το μέτρο αυτό επέτυχε, όμως οι κάτοικοι του χωριού διατήρησαν και την θρησκεία τους και τα αρχαιοπρεπή βαφτιστικά τους ονόματα (λ.χ. Οδυσσέας, Ξενοφών, Πατρίκιος, Αντίκλεια, Εριφύλη, Ευλαμπία, Ευθαλία, Θάλεια, Καλλιόπη, Καλλιθέα κ.λ.π.).
Η Κοινότητα ήταν οικονομικώς αυτάρκης. Εκτός από την εκτροφή του μεταξοσκώληκα, παρήγαγε δημητριακά, σταφύλια, κρασί, καπνό, ξυλοκάρβουνα και είχε πολλά ποίμνια.
Επειγόμενοι να προλάβουν την άφιξη του Ελληνικού στρατού, που τον Ιούνιο του 1920 προήλαυνε προς τη Βιθυνία, οργάνωσαν εκστρατεία για να κάψουν το Φούλατζικ, που το αποκαλούσαν «Κιουτσούκ Γιουνανιστάν» (=Μικρή Ελλάδα), να σφαγιάσουν τους κατοίκους του και να ληστέψουν τις περιουσίες τους.

Για τον σκοπό αυτό συγκεντρώθηκαν περίπου εξακόσιοι (600) άτακτοι οπλοφόροι (τσέτες) με επικεφαλής τους Εμίν Μπέη, Ισμίν Εϊλί Χασάν Αγά και Νταούτ Τσαούς από το γειτονικό τουρκοχώρι Τσιφλίκ Κίο, αλλά και τακτικός στρατός με διοικητή τον οπλαρχηγό Χατζή Μεχμέτ, διοικητή χωροφυλακής του Καραμουσάλ.
Γενικός διοικητής όλης αυτής της συμμορίας ήταν ο Τζεμάλ μπέης, στρατιωτικός διοικητής τού Καραμουρσάλ, ο ίδιος πού, μετά λίγες ημέρες, κατακρεούργησε και τούς Έλληνες της Νίκαιας.
Η δύναμη αυτή, ακολουθούμενη από πλήθος τούρκων χωρικών, πολιόρκησε το Φούλατζικ από τα χαράματα της Κυριακής 21 Ιουνίου 1920.
Αφού ασφάλισε όλα τα περάσματα, ώστε οι πολιορκημένοι να μην μπορούν ναι διαφύγουν, την Τρίτη 23 Ιουνίου 1920, μπήκαν πάνοπλα τμήματα στο χωριό και κάθισαν στα καφενεία της αγοράς.
Εκεί ο αρχηγός τους Τζεμάλ – μπέης κάλεσε τον πρόεδρο του χωριού Γεώργιο Χατζηχρήστου, τον ιερέα παπα-Φίλιππο Καλοκίδη και τους άλλους προκρίτους και τους διέταξε να παραδώσουν τα όπλα του χωριού, με την απειλή ότι θα επακολουθήσει έρευνα και αν σε κάποιο σπίτι βρεθούν όπλα, οι μεν ένοικοι θα σφαγιασθούν, το δε σπίτι θα πυρποληθεί.
Όταν παραδόθηκαν τα τουφέκια του χωριού, διέταξαν τον πρόεδρο και τον παπα Φίλιππο να συγκεντρώσουν τα χρήματα και τα κοσμήματα του κόσμου, όπως και έγινε.
Μέσα σε τρεις ώρες παραδόθηκαν στον δήμιο 1.800 λίρες της εκκλησίας σε χαρτονομίσματα, όλα τα κοσμήματα των γυναικών, καθώς και άλλες 3.000 λίρες χάρτινες που μαζεύτηκαν από τον κόσμο.
Το μεσημέρι οι Τούρκοι πείνασαν και παρήγγειλαν στον κόσμο να συγκεντρώσει στα επτά (7) καφενεία της αγοράς τροφή για εξακόσια (600) άτομα.
Ο κόσμος τρομαγμένος ανταποκρίθηκε και έφερε μέσα σε σάκους και κοφίνια άφθονα τρόφιμα ψωμί, τυρί, κρέας και γλυκά. Σε κάθε καφενείο καθόταν 30 – 40 τούρκοι, ενώ οι υπόλοιπο ήταν έξω και είχαν κυκλωμένο το χωριό. Στους κατοίκους του χωριού επικρατούσε σιγή θανάτου.
Τελικά δόθηκε η εντολή στον παπα-Φίλιππο: Όλοι οι άντρες του χωριού από 14 ετών και άνω να συγκεντρωθούν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου δήθεν θα τους μιλούσε ο Τζεμάλ – μπέης. Όλοι τότε κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί και προσπάθησαν να κρυφτούν. Βλέποντας αυτό οι τούρκοι έβγαλαν «τελάλη» και απείλησαν ότι όποιος βρεθεί στο σπίτι του ή στον δρόμο θα τουφεκιστεί. Τελικά, γύρω στις 15.00 μ.μ., μετά από έρευνες και υπό την απειλή των όπλων οδηγήθηκαν στην εκκλησία περίπου 300 άτομα και κλείσθηκαν μέσα. Πορευόμενοι προς τον τόπο του μαρτυρίου έβλεπαν τις περιουσίες τους να λεηλατούνται από τους τούρκους. Εκατοντάδες μουλάρια και άλογα ήταν φορτωμένα με το βιός τους και οδηγούνταν έξω από το χωριό.

Όταν οι μελλοθάνατοι συγκεντρώθηκαν στο Ναό, μπήκε μέσα ο σαδιστής Τζεμάλ – μπέης και, μπροστά στα μάτια των άλλων εγκλείστων, βασάνισε με απερίγραπτη βαρβαρότητα τον εβδομηντάχρονο ιερέα και εθνομάρτυρα παπά – Φίλιππο. Τού πέρασε καπίστρι στο λαιμό και χαλινάρι στο στόμα, του έβγαλε με μαχαίρι το ένα του μάτι, τον έσυρε στο Ιερό, κι εκεί τον έσφαξε σαν αρνί, επάνω στην Αγία Τράπεζα.
Έπειτα έσυραν το σώμα του έξω, με το κεφάλι να κρέμεται, τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο, το έσυραν στους δρόμους του χωριού και το πέταξαν σε μια χαράδρα. Στη συνέχεια έδεσαν απ’ έξω την πόρτα της εκκλησίας και έβαλαν φωτιά για να κάψουν ζωντανούς τους κλεισμένους.
Οι τελευταίοι προκειμένου ν’ αποφύγουν τον φρικτό θάνατο αποφάσισαν να σπάσουν την πόρτα και να ξεχυθούν έξω από το Ναό, γνωρίζοντας οτι τους περίμεναν τα τουφέκια και τα μαχαίρια των τούρκων.
Πολλοί τουφεκίστηκαν βγαίνοντας, ενώ οι τραυματίες σφάχτηκαν στον περίβολο της εκκλησίας,
Οι τούρκοι οδήγησαν έξω από το χωριό περί τα δέκα (10) κορίτσια, που τα υποχρέωσαν να γδυθούν και να χορεύουν υπό τους ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, πάνω από τα πτώματα των χωριανών. Πολλές γυναίκες ατιμάσθηκαν από τον ξεχαλίνωτο τουρκικό όχλο.

Ακολούθησε ένα νέο Ζάλογγο, καθώς περί τις είκοσι (20) μικρομάνες έπεσαν μαζί με τα παιδιά τους στον γκρεμό για να γλιτώσουν από την ατίμωση. Τελικά, όσοι διασώθηκαν, κατευθύνθηκαν νύκτα προς τα κατάφυτα βουνά του Κραν για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Εκεί εκτυλίχθηκε ένα νέο δράμα. Συγκεντρώθηκαν σε μια μεγάλη ομάδα, όμως τα βρέφη πεινούσαν και έκλαιγαν. Υπήρχε κίνδυνος ν’ ακουστούν τα κλάματα και να τους ανακαλύψουν οι τούρκοι, που τους έψαχναν. Αποφασίσθηκε να τα πνίξουν. Τότε πνίγηκαν πολλά βρέφη, ενώ άλλα εγκαταλείφθηκαν στα τσαλιά και έγιναν βορά των θηρίων.

Το σύνολο των νεκρών της σφαγής, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και βρέφη δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί.
Το τραγικό είναι ότι, όταν αποφασίσθηκε και πραγματοποιήθηκε από τους τούρκους η σφαγή του ελληνικού πληθυσμού της Βιθυνίας, ο Ελληνικός Στρατός είχε ήδη καταλάβει το Μπαλίκεσερ (19 Ιουνίου 1920) και προχωρούσε νικηφόρος προς την Βιθυνία, η πρωτεύουσα της οποίας, Προύσα, απελευθερώθηκε στις αρχές Ιουλίου.

Εκεί έφτασαν στο επιτελείο της προελαύνουσας μεραρχίας Αρχιπελάγους φήμες για τις σφαγές και εστάλησαν περίπολοι για επιβεβαίωση. Τελικά την 40η ημέρα από τη σφαγή (2 Αυγούστου 1920) και ενώ είχε απελευθερωθεί η περιοχή από το Καραμουσάλ μέχρι τη Νικομήδεια, ο Ελληνικός Στρατός περιέθαλψε τους Φουλατζικλήδες και στη συνέχεια με πλοία τους διεκπεραίωσε, αρχικά από το Καραμουσάλ στη Νικομήδεια και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου, με τη μέριμνα του Πατριαρχείου, εγκαταστάθηκαν στο βυζαντινό Διπλοκιόνιον (Μπεσίκτας), τελούντες πλέον υπό την προστασία της διασυμμαχικής αρχής κατοχής.
Ας είναι αιωνία τους η μνήμη.
* Ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλάκης είναι συγγραφέας

ΠΗΓΗ: Γιώργος Κ. Ευστρατιάδης – Ερκέκογλου
Εφέτης Θράκης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *