O Γενάρης του Γιάννη Τσαρούχη από τον κύκλο των 12 μηνών που ζωγράφισε.
Andro
Έμπνευση
Πρόσωπα
115 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Τσαρούχη: ο ζωγράφος της αυθεντικής Ελλάδας
13.01.2025
Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Κατάφερε να ενώσει στα έργα του τη Δύση με την Ανατολή. Πήγε κόντρα στη συντηρητική Ελλάδα, τη στιγμή που αναζητούσε πάντα την αυθεντική έννοια της ελληνικότητας. Γεννήθηκε 13 Ιανουαρίου 1910.

Διονύσης Μαρίνος
Έλληνας; Διεθνής; Μια καλλιτεχνική μορφή που βίωσε τα αιτήματα της γενιάς του ’30 με τη δική του φλογερή ιδιοσυγκρασία;
Ο Γιάννης Τσαρούχης παραδεχόταν για τον εαυτό του : «Δε μπορώ να το κρύψω ότι είμαι διχασμένος. Είμαι και Ανατολίτης και Έλληνας. Όσο μπορώ να είμαι και το ένα και το άλλο. Είμαι διχασμένος και καμιά φορά το καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να ενώσω τα δύο σε ένα». Αυτός ο διχασμός θα γίνει οργανικό μέρος της προσωπικότητας και του έργου του. Στα έργα του το παρελθόν συνδυαλέγεται με το παρόν, η λιτότητα με τον ευγενή αισθησιασμό και η αγάπη του ελληνικού στοιχείου με τον κοσμοπολιτισμό. Αν υπάρχει ένας σύγχρονος ζωγράφος που αναζήτησε την ουσιαστική ταυτότητα της ελληνικότητας, πέρα από προκατασκευασμένες απόψεις, προκαταλήψεις και στερεότυπα, αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Γιάννη Τσαρούχη. Αθλητές και στρατιώτες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης.
Γεννήθηκε στον Πειραιά. Στο αρχοντικό της αδελφής της μητέρας του, συζύγου του βιομήχανου κονιάκ Μεταξά, είδε μεγάλες χρωμολιθογραφίες και ήρθε σε επαφή με πρόξενους, πρεσβευτές, ιεράρχες και διάσημους ηθοποιούς της εποχής. Στο νεοκλασικό που έμενε ο ίδιος, τα ταβάνια ήταν φιλοτεχνημένα από έναν Ιταλό ζωγράφο. Αυτές ήταν οι πρώτες του επαφές με τη ζωγραφική.
Την αισθητική του μόρφωση συμπλήρωναν τα γαλλικά περιοδικά «Illustration» και «Vie Parisienne», ενώ μετά το 1925 τα περιοδικά «Femina» και «Vogue» τον πληροφορούσαν για ό,τι συνέβαινε εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Τα νεοκλασικά σπίτια του Πειραιά, ο σταθμός στο Μοναστηράκι, ο βυζαντινός ναός της Μονής Δαφνίου. Ολες αυτές οι εικόνες διαμορφώνουν το αισθητήριό του.
Από πολύ μικρός ξεκίνησε να ζωγραφίζει και οι εμπνεύσεις του ήταν ωσαύτως ετερόκλιττες. Τα νεοκλασικά σπίτια του Πειραιά, ο σταθμός στο Μοναστηράκι, ο βυζαντινός ναός της Μονής Δαφνίου. Ολες αυτές οι εικόνες διαμορφώνουν το αισθητήριό του και ζυμώνουν μέσα του διάφορα αντιθετικά σχήματα που εκείνος προσπαθεί να συνθέσει σε κάτι καινούργιο.
Το γυμνό στον Τσαρούχη έχει έντονο αισθησιασμό. Ο διχασμός είναι μέρος της καθημερινής συνθήκης του: «Κατάλαβα πως υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος της ζωγραφικής […] δεν υπήρχαν μόνο δύο ζωγραφιές αλλά και δύο κόσμοι […] υπήρχε η Δύση και η Ανατολή», θα παραδεχθεί κάποια στιγμή. Το ίδιο ίσχυε και σε όλα τα στοιχεία της κοινωνικής ζωής του. Υπήρχε το «επίσημο» θέατρο που πήγαινε με τους γονείς του, αλλά και το λαϊκό που ήταν απαγορευμένο. «Έβλεπα δύο κόσμους, χωρίς κανένας να μου μιλάει γι’ αυτούς: γυναίκες με καπέλα παριζιάνικα, με λουλούδια ή φτερά, με φορέματα και κοσμήματα ευρωπαϊκά, και δίπλα Καστελοριζιές με μεταξωτές ριγωτές κάλτσες, με τα χρυσοκέντητα βελούδινα πανωφόρια τους».
Οι πρώτες του αποδράσεις από το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, γίνονταν πέρα από τα νεοκλασικά κτίρια, στις γειτονιές με τα μικρά σπίτια, όπου πήγαινε να συναντήσει τα παιδιά των φτωχών οικογενειών και να παίξει μαζί τους. Αυτές είναι οι πρώτες εμπειρίες που θα τον βοηθήσουν στην κατανόηση της λαϊκής ψυχής. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται πως αυτές οι ατόφιες λαϊκές εικόνες πότισαν τον χρωστήρα του. Οι γονείς του από το 1920 έως το 1925 ταξίδευαν συνεχώς στην Ευρώπη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να φιλοξενηθεί στο σπίτι της θεία του, Δέσποινας Μεταξά. Εκείνο το νεοκλασικό σπίτι θα αποτελέσει ένα σκηνικό που θα τον διαμορφώσει. «Όλη μου η ζωή είναι συνδεδεμένη μ’ αυτές τις προσόψεις, μ’ αυτά τα εσωτερικά. Δεν πρόκειται για αισθητική. Αηδίες. Από πόρτα με αέτωμα από τραβηχτό σοβά που σκέπαζε η μαύρη κουρτίνα, είδα να βγαίνει το πρώτο λείψανο που θυμάμαι στον Πειραιά».
Αναζητούσε διαρκώς την έννοια της ελληνικότητας και της θρησκευτικότητας. Την ίδια εποχή άρχισε να ζωγραφίζει με ακουαρέλες και πήρε μαθήματα σχεδίου από έναν Γάλλο ζωγράφο, που λεγόταν Πικ. Ο δάσκαλός του τον θεωρούσε ανεπίδεκτο μαθήσεως. Μετά την επιστροφή των γονιών του, έφηβος πλέον, μετακομίζει στην οδό Ερμού, στο Μοναστηράκι, όπου έρχεται σε επαφή με το «ρωμαίικο», ενώ αρχίζει να έχει έντονο ενδιαφέρον για το θέατρο, μια αγάπη που δεν θα τον αφήσει ποτέ.
Μπαίνει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών έχοντας σημαντικούς δασκάλους, εντούτοις τη μεγαλύτερη επιρροή θα ασκήσουν πάνω τους ζωγράφοι που δρούσαν εκτός του ακαδημαϊκού πλαισίου. «Στην περίοδο 1928 – 1930 επηρεάζομαι από δύο καλλιτέχνες: τον Κόντογλου και τον Γαλάνη. Δύο ζωγράφους που μου αποκαλύπτουν την παλιά ζωγραφική. Παράλληλα μ’ αυτούς η λαϊκή τέχνη […] οι ρεκλάμες του Καραγκιόζη».
Από το 1945 μέχρι το 1966 πηγαίνει στα διάφορα λαϊκά κέντρα, όπου σύχναζαν φτωχά παιδιά, στρατιώτες και ναύτες, που χόρευαν καταπληκτικά το ζεϊμπέκικο. Στην πνευματική του εξέλιξη συνετέλεσε και η γνωριμία με τον Σ. Παπαλουκά και τον αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη, ο οποίος τον συμβούλεψε να παρακολουθήσει το εργαστήριο του Κ. Παρθένη. Την ίδια περίοδο γνωρίζει την Εύα Σικελιανού και την Αγγελική Χατζημιχάλη.
Έρχεται σε επαφή με το «Λύκειο Ελληνίδων» και μελετά τις λαϊκές φορεσιές. Επιπλέον, μέσα από τη συνεργασία του με την Έλλη Παπαδημητρίου, που διηύθυνε το κατάστημα «Λαϊκές Τέχνες», περιηγήθηκε όλη την Ελλάδα, ώστε να συλλέξει και να σχεδιάσει πρότυπα λαϊκής τέχνης, όπως υφάσματα, έπιπλα, μεταλλικά αντικείμενα. Ένας από τους πολλούς ναύτες που ζωγράφισε. Παράλληλα με τη μαθητεία του στον Κόντογλου, παρακολουθεί μαθήματα στο εργαστήριο του Κ. Παρθένη, ώστε να ενημερωθεί για τα ευρωπαϊκά μοντέρνα κινήματα. Εκεί θα γνωρίσει τον Δ. Διαμαντόπουλο που θα γίνει δάσκαλός του στη μοντέρνα ζωγραφική.
Ο Παρθένης, ο Διαμαντόπουλος και ο Πικιώνης θα του αποκαλύψουν τον Klee, τον Cézanne και τον De Chirico. Αρχίζει στη συνέχεια μια περιήγηση στην Τουρκία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Επιστρέφοντας στην Αθήνα αλλάζει διάφορα επαγγέλματα και κατοικίες γιατί η οικογένειά του δεν του επιτρέπει να ζωγραφίζει στο σπίτι της Γ. Σεπτεμβρίου.
Το διάστημα αυτό παίρνει συσσίτιο στο Αρχαιολογικό Μουσείο και παράλληλα συνεχίζει τα πειράματα με τις σπουδές εκ του φυσικού: «Η βιοπάλη δεν μ’ έκανε να σταματήσω τη ζωγραφική, και σχεδίαζα και ζωγράφιζα, όταν είχα καιρό».
Την ίδια περίοδο μελετά τη ζωγραφική της Αναγέννησης από βιβλία. Προς το τέλος της Κατοχής η ζωγραφική του αρχίζει να έχει κάποια ζήτηση και τα έργα του πωλούνται προς μια λίρα, ενώ μετά την απελευθέρωση η τιμή αυξάνεται». Από το 1945 μέχρι το 1966 πηγαίνει στα διάφορα λαϊκά κέντρα, όπου σύχναζαν φτωχά παιδιά, στρατιώτες και ναύτες, που χόρευαν καταπληκτικά το ζεϊμπέκικο. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον λαό, στον οποίο αναγνώριζε μια γνήσια αριστοκρατικότητα και αντιλήφθηκε ότι διατηρούσε ακόμη τα ελληνικά έθιμα.
«Αυτός ο λαός», έλεγε, «πολύ γρήγορα γίνηκε ο δάσκαλός μου και ο σύμβουλός μου και μου έμαθε παλιούς τρόπους αυθεντικούς». Μια αυτοπροσωπογραφία του και ένας από τους πολλούς πίνακές του που αποτυπώνουν στρατιώτες και ναύτες. Αν υπάρχει κάτι καθαρό στη ζωγραφική του Τσαρούχη είναι ο ανθρωποκεντρισμός της και ιδιαιτέρως η μέριμνά του για την ανδρική μορφή. Το ανδρικό σώμα, γυμνό πάρα πολλές φορές, αποκτά ένα αισθησιακό βάθος στους πίνακές του.
Οι ανδρικές φιγούρες του Τσαρούχη, είτε ντυμένες, είτε γυμνές, αποπνέουν έναν πρωτόγονο ερωτισμό. Τα ανδρικά πορτρέτα του Τσαρούχη παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας και είναι το θέμα που, κατά κυριολεξία, κυριαρχεί.
Σχετικά με το θέμα της σεξουαλικότητάς του, άφησε τα έργα να μιλήσουν. Ενδεικτικό από αυτή την άποψη είναι και το γεγονός ότι η γυναικεία παρουσία είναι πολύ περιορισμένη στο σύνολο του έργου του, ενώ το γυναικείο γυμνό απουσιάζει εντελώς, εκτός από μερικά έργα της σπουδαστικής περιόδου και κάποια μεταγενέστερα που δημιουργήθηκαν κατόπιν παραγγελίας. Η επιλογή του δεν είναι τυχαία. Αν και ο ίδιος κρατούσε ως επτασφράγιστο μυστικό την ερωτική του ζωή, η συγκαλυμμένης ομοφυλοφιλίας του βρήκε έκφραση και ζωτικό χώρο στη ζωγραφική του. Οι ερωτικές του επιλογές επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό, τόσο την καλλιτεχνική του πορεία, όσο και την κοινωνική του ζωή.
Σχετικά με το θέμα της σεξουαλικότητάς του, άφησε τα έργα να “μιλήσουν”, καθώς όπως είχε δηλώσει το 1981: «Είναι περιττό και ίσως δυσάρεστο για έναν που ζωγραφίζει να εξηγεί με λόγια, γράφοντας, τι θέλει να πει με τα έργα του […]. Αντίς να εξηγήσω τι παριστάνουν και τι σημαίνουν τα έργα μου προτίμησα να διηγηθώ μέσα σε τι συνθήκες ζωής τα εζωγράφισα, αφήνοντας τα ταπεινά μου έργα να μιλήσουν μόνα τους για το τι σημαίνουν. Δεν είναι πάντα τόσο άσχετη όσο νομίζουν μερικοί, η ζωή ενός ανθρώπου με τον τρόπο που εκφράζεται στην Τέχνη…». Σε αντίθεση με τα ανδρικά πορτέρα, τα γυναικεία που έχει ζωγραφίσει δεν είναι πολλά. Ναύτες, στρατιώτες, ερωτιδείς, λαϊκά παιδιά, ποδοσφαιριστές, εργάτες, είναι μερικά από τα μοντέλα πάνω στα οποία ο Τσαρούχης θα σκιαγραφήσει τη δική του μυθολογία. Ναύτες, στρατιώτες, ερωτιδείς, λαϊκά παιδιά, ποδοσφαιριστές, εργάτες, με λαξευμένους μυς και στητό κορμί είναι μερικά από τα μοντέλα πάνω στα οποία ο Τσαρούχης θα σκιαγραφήσει τη δική του μυθολογία.
Οι αντιδράσεις της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας, κάποιων ομοτέχνων του, αλλά και της οικογένειάς του, ήταν αναμενόμενες και δεν τον πτόησαν. Ο ίδιος ερμηνεύοντας τη δουλειά του αναφέρει: «Τα έργα μου, καμωμένα με μεγάλη ελευθερία, με περιφρόνηση του αστικού καθωσπρεπισμού, σε μορφή εξομολογήσεως ειλικρινούς, δυσαρεστούσαν μια κοινωνία που έπαιζε θέατρο και που ήταν πολύ αμαθής».
Ο Τσαρούχης διατυπώνοντας την άποψή του για την ελληνικότητα, πολύ συχνά τόνιζε ότι οι αξίες του παρελθόντος πρέπει να μεταφέρονται στο σήμερα, η καλλιτεχνική παράδοση και η πνευματική κληρονομιά έχουν ουσιαστικό νόημα όταν είναι μεταφερμένες στα καθ’ ημάς και εξυπηρετούν στην κατανόηση του παρόντος.
Η τέχνη πρέπει να βρίσκεται σε άμεση σχέση με τα «πράγματα», όπως συνήθιζε να λέει. «Από μικρό παιδί ήθελα να μάθω τι είναι η ζωγραφική που τόσο με τραβούσε […] Ένα άλλο πράγμα που έψαξα με πάθος να γνωρίσω ήταν η Ελλάδα˙ με έρωτα ή με κυνισμό και με πολλή καχυποψία έψαξα για να μάθω τι σημαίνει αυτό το φημισμένο όνομα».
H δική του αναζήτηση μάς βοήθησε κι εμάς να δούμε λίγο το κρυμμένο φως της αυθεντικής ελληνικότητας.
Πηγή : Andro.gr
[ https://www.andro.gr/empneusi/
115-xronia-apo-th-gennhsh-toy-giannh-tsaroyxh-o-zografos-ths-authentikis-elladas/ ]
