Ο γάμος της Ασήμως

29/12/2024¡

Άργησε να παντρευτεί η Ασήμω. Άσχημη ήταν κι αδύνατη. Κοκάλω την λέγανε κοροϊδευτικά. Κοκάλω κι ασκήμω αντί Ασήμω. Μια την είχαν οι γονείς της.
Δεν έκαναν άλλο. Δεν μπορούσε η μάνα της να τα κρατήσει και τα’ χανε…Μόνο την κοκάλω την ασκήμω κράτησε. Τα άλλα στον τρίτο μήνα τα απέβαλε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που την κοιτούσε η μάνα της σταυροκοπιούνταν κι έλεγε τι αμαρτίες πληρώνω. Και σαν το’ λεγε τούτο κι ένιωθε τι είπε σηκωνόταν επάνω και την αγκάλιαζε και την χάιδευε κι η Ασήμω κούρνιαζε στην αγκαλιά της σαν πουλάκι τραυματισμένο.
Τι φταις και συ κακόμοιρο…. Κι αμέσως μετά τι θ’ απογίνει σαν θα πεθάνουμε και γω κι ο πατέρας της.
Τον καλύτερο θα σου βρω της έλεγε ο κύρης της. Τον καλύτερο. Μα κι αυτή ψήλωνε και δεν έβαζε λίγο κρέας επάνω της. Τίποτα.. Όλο κόκαλο ήταν και το πετσί της.
Τον καλύτερο θα σου βρω της έλεγε μα τα χρόνια περνούσαν κι ο καλύτερος δεν βρισκόταν…
Κι η Ασήμω, πότε πατέρα; Πότε θα τον βρεις; Και δαγκωνόταν εκείνος. Τι να της πει; Και τι να πει κι η μάνα σαν την κοίταγαν κι οι δυο, πατέρας και κόρη. Τι να πει και κείνη;
Ποιον καλύτερο τάχα; Ποιος θα την πάρει; Δέκα κόκαλα όλα κι όλα…Δεν την λέγαν τυχαία ασκήμω και κοκάλω.
Θε μου σχώρα με,παιδί μου είναι μα δεν την λες κι όμορφη…


Κι όση ώρα τα σκεφτόταν τούτα άπλωνε το χέρι της και την χάιδευε. Είχαν παράδες όμως. Γυρολόγος ο πατέρας της Ασήμως. Δυο μουλάρια φόρτωνε με το εμπόρευμα κι έφερνε γύρα τα χωριά και πουλούσε την πραμάτεια.
Έβγαζε λεφτά καλά! Κάθε που πήγαινε να φέρει καινούργια εμπορεύματα μαζί του την έπαιρνε και διάλεγε κείνη το εμπόρευμα και της έλεγε, πάρε θυγατέρα μου και συ ό,τι σ αρέσει να μεγαλώσεις τα προικιά σου.
Κι έπαιρνε η Ασήμω ό,τι της άρεσε και σκεφτόταν τον καλύτερο..
Άσκήμω και κοκάλω μα το μυαλό της ξουράφι ήταν!


Για πότε έκανε τους λογαριασμούς του πατέρα της για πότε του ξεκαθάριζε τα κέρδη του και ποτέ δεν έπεφτε έξω..
Στα δάχτυλα έπαιζε τους αριθμούς. Στα δάχτυλα.. Να που είχαν να καμαρώσουν για κάτι και κείνοι..
Τόσο επί τόσο έλεγε συν ετούτο έξω τ άλλο και το αποτέλεσμα πάντα σωστό. Και να κεντάει ήξερε και να πλέκει ήξερε και να κουβεντιάσει ήξερε καλύτερα απ τον κάθε ένα…
Να’ χε και λίγο κρέας πάνω της…Να γέμιζαν και κείνα τα έρμα τα μάγουλα.. Λίγο μωρέ να’ χε. Λίγο σκεφτόταν η μάνα της. Πέντε έξι κιλά ψαχνί να’χε..Τι να πιάσει αυτός που θα την πάρει ντε;
Αν την πάρει κάποιος. Ο άντρας θέλει να’ χει πιασίματα η γυναίκα.
Και τι παιδί θα του’ κανε; Που θα’ βρισκε τόπο στην κοιλιά της να μεγαλώσει; Την πήγαν στους καλύτερους γιατρούς.
Μια χαρά είναι η θυγατέρα σας τους λέγανε. Μια χαρά! Χαίρει άκρας υγείας! Και φεύγανε οι καψεροί, παίρναν και τη μια χαρά και δυο τρομάρες…και γύρναγαν στο σπίτι.
Τον καλύτερο θα σου βρω της έλεγε ο κύρης της κάθε που έπαιρνε τα μουλάρια να πάει να ξεπουλήσει κι η Ασήμω τον περίμενε μπας και της τον βρήκε τούτη τη φορά.


Και περνούσανε τα χρόνια και μεγάλωνε η Ασήμω μα γαμπρός πουθενά ακόμα. Μεγάλωσε κι ο κύρης της και δεν μπορούσε πια να γυρνάει στα χωριά κι είχε έγνοια μεγάλη κι αυτός κι η μάνα της για το πως θα ζήσουν τώρα… Με τι λεφτά;
Να τρώνε τα έτοιμα; Αυτά ήταν για την προίκα της κοκάλως τους. Κι όλο λέγαν τι θα κάνουν κι άκουγε η ασκήμω και κάποια στιγμή τους είπε. Σταματήστε να στεναχωριέστε. Εγώ θα βγω στη γύρα. Τι κι αν της είπαν είναι ντροπή γυναίκα πράμα να τραβάει τα μουλάρια και να φέρνει γύρα τα χωριά.
Τίποτα δεν άκουσε η Ασήμω. Τι κι αν της είπαν θα απομείνει στο δρόμο έτσι που’ ναι πέντε κόκαλα; Τίποτα η Ασήμω. Είπε θα πάω και πήγε!
Την δουλειά την ήξερε καλά! Λογαριασμούς ήξερε να κάνει. Τα χωριά και την πελατεία του πατέρα την ήξερε. Την είχε πάρει μαζί του κάποιες φορές και τους έμαθε και να την τώρα η κοκάλω γυρολόγος να πουλάει και να καλοπουλάει την πραμάτεια καλύτερα απ τον πατέρα της.
Κι όσο τραβούσε τα μουλάρια σκεφτόταν μοναχή μου θα τον βρω και γρήγορα κιόλας γιατί με πήραν τα χρόνια μπας και προλάβω να κάνω και κάνα παιδί.
Και διάβαινε ο καιρός κι έκανε χρυσές δουλειές η κοκάλω. Περισσότερα από τον πατέρα της έβγαζε κάθε φορά που γύρναγε τα χωριά. Και χαιρόταν η μάνα της. Ο πατέρας είχε αρχίσει να τα χάνει κι όλο έλεγε τον καλύτερο θα σου βρω…
Αυτό τον βασάνιζε τον καψερό και τούτο έλεγε συνέχεια ώσπου πια δεν έλεγε τίποτα άλλο παρά μονάχα, τον καλύτερο θα σου βρω..Δεν το’ βαζε κάτω όμως με τίποτα η Ασήμω.
Στην άλλη γύρα κάτι θα γίνει.. κάπου θα τον πετύχω.
Και τον πέτυχε…Νύχτωσε και δεν πρόλαβε να γυρίσει κουραστήκανε και τα μουλάρια κι είπε να μείνει στον ξενώνα του Σταμάτη. Το πρωί που φόρτωνε το εμπόρευμα ό,τι της είχε μείνει απούλητο στα μουλάρια να ξεκινήσει να γύρει πάει ένας άντρας γεροδεμένος και της λέει να σε βοηθήσω να μην το κάνεις μόνη σου. Και δεν με βοηθάς του λέει.
Κι έτσι πιάσανε την κουβέντα κι έμαθε αυτή πως ετούτος ψάχνει για δουλειά κι έμαθε και κείνος πως κι αυτή θέλει κάποιον να την βοηθάει.
Ψέματα του είπε…της άρεσε της Ασήμως ο γεροδεμένος…
Εκείνος πάλι θαύμασε το μυαλό της και την αξιοσύνη της και δεν είδε τα κόκαλα…Και πήραν το δρόμο του γυρισμού κι είπαν πολλά. Κι όσο εκείνη του κουβέντιαζε τόσο του άρεσε το σκεπτικό της κι η κουβέντες της.
Κι όσο του άρεσε τόσο της έλεγε τα δικά του… Ώσπου να φτάσουν στο σπίτι ήξερε η Ασήμω πως δεν ήταν μοναχός του. Έμαθε πως είχε ένα παιδί κάνει μα είχε χάσει την γυναίκα του από μια αρρώστια και το’ χε στο ορφανοτροφείο και τούτος ο καημός τον βασάνιζε. Μα τι να’ κανε;
Έπρεπε να δουλέψει να δει τι θ απογίνουν οι δυο τους κι έτσι τον άφησε για λίγο στο ίδρυμα. Κάνα δυο χρόνια της είπε. Μετά θα τον έπαιρνε.
Εσύ της είπε τόσο άξια γυναίκα πως και είσαι ανύπαντρη ακόμα; Τι να του πει; Πως θα της έβρισκε τον καλύτερο ο κύρης της; Η πως οι άντρες μετρούσαν τα κόκαλά της;
Η πως ασκήμω και κοκάλω ήταν το παρατσούκλι της;
Τίποτα δεν του είπε. Μάτια είχε κι έβλεπε… Η έβλεπε κάτι που οι άλλοι δεν το βλέπαν. Θα δείξει σκέφτηκε η κοκάλω και χαμογέλασε και σαν να ομόρφυνε λίγο…Είπε στην μάνα της πως θα μείνει μαζί τους και πως θα του μάθει την δουλειά να την βοηθάει και κείνη της είπε ό,τι πεις θυγατέρα μου εσύ θα γίνει.
Σάμπως την ένοιαζε τι θα πει κι κόσμος; Όχι. Ο κόσμος δεν είχε να πει καλή κουβέντα για κανέναν.
Κοκάλω την ανέβαζαν ,ασκήμω την κατέβαζαν. Ας κοιτάξουν τις δουλειές τους κι ας τις αφήσουν ήσυχες..
Ποιος τους χτύπησε την πόρτα να τους ρωτήσει τι κάνουν και πως τα βγάζουν πέρα σαν έχασε τα λογικά του ο άντρας της; Κανένας….Άσε που χάρηκαν γιατί τον είχαν άχτι που έβγαζε κάνα φράγκο. Κι από τότε που η κοκάλω της βγήκε στην γύρα ακόμα χειρότερα. Κακία και ζήλια..
Ό,τι πεις εσύ θυγατέρα μου ! Κι ο κύρης της να λέει τον καλύτερο θα σου βρω..
Και του’ στρωσε η κοκάλω να κοιμηθεί σε μια αποθήκη που’ χαν το εμπόρευμα.
Κι όσο του’ στρωνε το κρεβάτι ένιωθε στα κόκαλα το χάδι του κι όλο χαμογελούσε. Κι όταν το’χε έτοιμο, έπαιρνε το σοβαρό της. Έτοιμο είναι. Άντε να πέσεις γιατί αύριο έχουμε δρόμο.
Κι έπεφτε εκείνος κι έμπαινε κάτω απ τα σκεπάσματα κι ονειρευόταν πως την είχε δίπλα του και πως ήθελε να την αγκαλιάσει μα φοβόταν να το κάνει έτσι γεροδεμένος που ήταν μην της σπάσει τα κόκαλα και τον έπαιρνε ο ύπνος με τον φόβο τούτο… Σαν ξύπναγε το πρωί του’ χε τον καφέ του έτοιμο και δυο φέτες ψωμί με πέντε έξι ελιές να φάει και να κινήσουν για δουλειά. Φάε του’ λεγε ν αντέξεις ως το βράδυ..
Έπινε τον καφέ εκείνος κι έπαιρνε το ψωμί και τις ελιές το τύλιγε σ ένα χειρομάντηλο και τα’ βαζε στην τσέπη.
Και σαν κάθονταν να ξαποστάσουν λίγο και κόντευε γιόμα έβγαζε το χειρομάντηλο απ την τσέπη έτρωγε τη μια φέτα και την άλλη της την έδινε. Και γελούσε εκείνη κι όταν γέλαγε φωτίζονταν τα μάτια της που ήταν μεγάλα αλλά είχαν μια στεναχώρια φωλιασμένη μέσα τους.
Κι άρχισε εκείνος να την εκτιμάει μέρα την μέρα πολύ και κείνη όμως τον έκανε να αισθάνεται σαν άνθρωπος που ήταν από δω κι από κει να βγάλει πέντε παράδες να πάρει τον γιο του απ το ίδρυμα. Σκάλωσε μια μέρα στο δρόμο η ασκήμω κι έπεσε πάνω του. Δεν το’ κανε στα ψέματα. Αλήθεια σκάλωσε.
Δεν ήξερε από πονηριές ετούτη και ντράπηκε σαν βρέθηκε στην αγκαλιά του και κοκκίνησε το πρόσωπό της σαν μύρισε την ανάσα του ανακατωμένη με τον ιδρώτα του.
Και κείνος όμως την κράταγε πολύ τρυφερά και της είπε, να σε σφίξω θέλω αλλά φοβάμαι μη σε σπάσω.


Σφίξε με του είπε η κοκάλω μα δεν σπάω κι έσμιξαν τα χείλια τους και γλύκαναν οι ψυχές τους και ενώσανε τα χέρια τους και δεν την άφησε από την αγκαλιά του σ όλο το δρόμο και κείνη έλαμπε απ το φιλί του κι απ την τρυφεράδα που’ χε το αγκάλιασμά του!
Πούλησαν και ήρθαν στο σπίτι κι είπαν στη μάνα τα ευχάριστα το’ πε και στον κύρη της πως τον βρήκα πατέρα μου αλλά αυτός, τον καλύτερο θα σου βρω της είπε…
Και σαν πήγε κείνος να ξαπλώσει στην αποθήκη τον πήρε η ασκήμω στην κάμαρά της και του είπε εδώ είναι το κρεβάτι σου από τώρα κι ύστερα. Και σαν την πήρε ξανά στην αγκαλιά του ομόρφυνε η ασκήμω και κείνος δεν έβλεπε τα πέντε κόκαλα μα τούτο το χαμόγελο και τα μάτια της που λάμπανε.
Κι όση ώρα την φίλαγε κι έκαιγε το πετσί της απ την φλόγα που είχε η ασκήμω εκείνου έλιωναν τα στήθια του απ τον πόθο!
Να την κάνει δική του ήθελε εκείνο το βράδυ!
Και την έκανε! Κι η κοκάλω όλη την νύχτα στην αγκαλιά του να του λέει πως αύριο πρωί πρωί θα πάνε στο ίδρυμα να πάρουν το παιδί του! Πως εκείνη θα το μεγάλωνε και κείνος θα’ βγαινε στη γύρα.. Και δεν χόρταινε να την ακούει και δεν χόρταινε τα φιλιά του και την ξανάκανε δική του κι έλαμπε η κοκάλω και φάνταζε τόσο όμορφη στα μάτια του!
Κι ήρθε στο σπίτι ο μικρός κι ένιωσε μάνα η Ασήμω κι ένιωσε γιαγιά η μάνα της! Κι ο κύρης της τον κράταγε απ το χεράκι και του έλεγε τον καλύτερο θα της βρω!
Και σαν έρχονταν ο γεροδεμένος απ την γύρα τον καρτέραγε η Ασήμω με χτυποκάρδι κι άμα όλα τα ταχτοποιούσαν…τον τράβαγε στην κάμαρα και χωνόταν στην αγκαλιά του κι αυτός κάθε που την έκανε δική του της έλεγε σήμερα θα μείνεις έγκυος…
Κι αυτή γελούσε γελούσε κι ομόρφαινε κι έλαμπαν τα μάτια της κι έλεγε μα δεν με νοιάζει. Έχω παιδί μα σαν θά’ ρθει θέλω να σου μοιάζει! Μην μοιάσει εμένα του έλεγε. Στη αγκαλιά του την κράταγε και της έλεγε πως δεν ξανάδε ομορφότερη!
Ποτέ δεν έκανε παιδί η Ασήμω, μα είχε! Είχε και το μεγάλωνε κι έμοιαζε του πατέρα του!
Άργησε να παντρευτεί η Ασήμω. Άργησε…
Μα τον βρήκε όμως και στα μάτια του ήταν η ομορφότερη!
Τι κι αν την λέγανε κοκάλω κι ασκήμω…
Εκείνος την κράταγε τόσο τρυφερά στην αγκαλιά του που ομόρφαινε ο κόσμος όλος και μαζί του και κείνη!

Ελευθερία Λάππα

αλιευμένο από:

Ομφαλός της γης Σόνια Τουρκολιά

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *