Όταν γύρισε ο παππούς απ’ τον πόλεμο του ’40, έφερε μαζί ένα άλογο, τον Καρρά. Όλη μέρα πορεία, το βράδυ κατέβρεχε ό,τι ξεροκόμματο είχε καί το μοιραζόντουσαν

…δεν ανέβηκε πάνω του. Περπατούσαν μια βδομάδα πλάι πλάι. “Στρατιώτης εγώ, στρατιώτης κι αυτός”, έλεγε.

21/10/2024

γράφει: η Νάγια Κηπουρα

Θέλω να μοιραστώ μαζί σας μία ιστορία.

Ο παππούς μου απ’την πλευρά της μητέρας μου, αγράμματος γεωργός, είχε πάντα για συντρόφους του στο αλέτρι τα ζώα του.

Όταν γύρισε από τον πόλεμο, περπατώντας απ’την Αλβανία, έφερε μαζί του στο χωριό ένα άλογο. Τον Καρρά. Όλη μέρα πορεία καί το βράδυ του κατέβρεχε ό,τι ξεροκόμματο είχε φυλάξει καί το μοιραζόντουσαν. Καί ποτέ δεν ανέβηκε πάνω του. Περπατούσαν πλάι πλάι.

“Στρατιώτης εγώ, στρατιώτης κι αυτός”, έλεγε.

Μία βδομάδα έκαναν να φτάσουν στο χωριό μ’αυτό το άλογο.

Στο χωριό, πλέον, με αυτό έκανε “χωράφι”, αυτό του μετέφερε τα αγαθά, αυτό ήταν το “δεξί του χέρι”.

Ο παππούς μου μετά τη δουλειά στο χωράφι κι όταν ξαπόσταινε το ζώο, το σκέπαζε με τη χλένη του γιατί ήταν ιδρωμένο, “εσύ όταν ιδρώνεις καί σε βαρέσει αέρας, δεν κρυώνεις;”, έλεγε της γιαγιάς μου.

Το τάιζε την καλύτερη τροφή καί όλο του μιλούσε χαϊδεύοντάς το.

Οι συγχωριανοί του τον κορόιδευαν “για δες τον Μήτσο πώς κάνει για ένα άλογο!”

Τα χρόνια πέρασαν κι ο Καρράς γέρασε.

Ο παππούς μου πήρε άλλο ζώο για τη δουλειά του, αλλά αυτό δεν το παράτησε.

Του άλεθε την τροφή και το τάιζε γιατί δεν μπορούσε να μασήσει.

Συνέχιζε να του μιλάει τρυφερά καί να το χαϊδεύει.

ΔΕΝ πήγε να το πετάξει στην οβερτούρα (απερτούρα-από την ιταλική λέξη απέρτο=aperto=ανοιχτός), έναν βαθύ λάκο όπου πετούσαν τα ζώα όταν γερνούσαν.

“Ωχ, μωρέ, τι το’ χεις καί το ταΐζεις”, του έλεγαν “και δεν το πετάς στην οβερτούρα”.

Κι ο παππούλης μου απαντούσε ότι αυτή η ψυχή ήταν σύντροφος και φίλος και θα τον φρόντιζε όπως του άξιζε.

Όταν πέθανε το άλογο, ο παππούς μου τον έθαψε κι έβαλε και μία πέτρα εκεί που ήξερε πως ήταν το κεφάλι του κάτω απ’ τη γη, “για να μην πατάω σ’ εκείνο το σημείο, παιδί μου, από σεβασμό για όλα όσα μου προσέφερε αυτό το ζωντανό που μου ανάθρεψε τα παιδιά μου”, θα μου εξιστορούσε χρόνια αργότερα.

Κι όσα ζώα κι αν πέρασαν απ’ τα χέρια του, (πρόλαβα τον τελευταίο γαϊδαράκο του τον Λάγιο), έζησαν και πέθαναν καλά.

Ο παππούλης μου ήταν αγράμματος.

Αλλά όχι αμόρφωτος.

αλιευμένο από: Maria Karamintziou

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *