«Ειρήνη» της Μαρίας Παπαδημητρίου, εκδόσεις Άγρα

Η γυναικεία λαχτάρα για ηδονή: ένα προκάλυμμα της δίψας για τρυφερότητα και άφιξη στον πυρήνα της Αγάπης

Γράφει η Ηλέκτρα Αλεξάκη *

 

Το βιβλίο τούτο έφτασε απρόσμενα στα χέρια μου, διαλεγμένο από την ίδια τη συγγραφέα του, που συνάντησα τυχαία σε μια διάλεξη για τον ρόλο των σπιτιών στην ψυχανάλυση. Καταθέτοντας  εκεί τη δική μου μαρτυρία για ένα παλιό αρχοντικό στο οποίο είχα την τύχη να ζήσω κάποτε και ρωτώντας τον ομιλητή σχετικά με το βάρος του παρελθόντος που σηκώνουν αυτά τα παλιά, ιστορικά κτίσματα, κέντρισα το ενδιαφέρον της και αποφάσισε να μου δωρίσει ένα έργο της. Λίγες μέρες μετά, έφτασε με το ταχυδρομείο ένας φάκελος στη διεύθυνση που είχα δώσει στην κυρία Μαρία Παπαδημητρίου, μια παρουσία τόσο ξεχωριστή που ήταν αδύνατο να μην την προσέξω στον χώρο της διάλεξης. Μια λεπτεπίλεπτη φιγούρα, με κάτι αδιαμφισβήτητα καλλιτεχνικό πάνω της, που επιβαλλόταν στον χώρο με τη γλυκύτητά της, το αεικίνητο βλέμμα της και κάτι από έναν αέρα νεανικό – σχεδόν εφηβικό-, αν και γεννημένη το 1940.

Έπρεπε να καταλάβω για ποιον λόγο επέλεξε την «Ειρήνη» για μένα, έχοντάς με μόλις γνωρίσει εκείνη τη βραδιά και έχοντας συνομιλήσει μαζί μου για ελάχιστα λεπτά. Οι αναγνώστες διαλέγουν τα βιβλία και τους συγγραφείς και, σπανίως, συμβαίνει το αντίθετο. Να, λοιπόν, που βρισκόμουν μπροστά σε μία πρόκληση αποκάλυψης τού αν η συγγραφέας είχε διαισθανθεί ορθά ότι αυτό το έργο της ταίριαζε σε μένα, στα όσα αγαπώ να διαβάζω. Το μοναδικό στοιχείο  που είχε για την προσωπικότητά μου ήταν ένα παλιό σπίτι και η διαμονή μου σε αυτό.

Στην «Ειρήνη», στο αφηγηματικό παρόν, η ηρωίδα ζει  σχεδόν φυλακισμένη σε έναν πύργο,  «με παράξενα απομονωμένα δωμάτια», σε κάποιον τόπο που δεν αποκαλύπτεται από την αρχή, αλλά είναι σαν «όσο γαλάζιο- γκρι  είχε ο θεός να  το έριξε σε τούτη τη γωνιά της γης», «σε ένα νησί που ταξιδεύει με φοβερή βραδύτητα μες στη Μεσόγειο». Εκεί, με τον άντρα της, Ιωάννη και τον μικρό της γιο,  Νικηφόρο, καθώς «οι πυρσοί έριχναν σκιές πεθαμένων πάνω στους  τοίχους του πύργου και στα σκαλιά» , σε έναν τόπο  όπου με «βουβή αγριότητα φυσούσε ο άνεμος», και όπου «όλοι περιφέρονται κατσούφηδες, σιωπηλοί, τρομακτικά αυστηροί, άντρες γυναίκες», κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις αναμνήσεις της. Με συνεχείς αναδρομές και εναλλαγές τόπων, η συγγραφέας μάς οδηγεί σε μια περιπλάνηση της Ειρήνης πίσω στην πατρίδα της, τη Θεσσαλονίκη, από όπου έφυγε πάνω σε μια βοϊδάμαξα, σε παιδική ηλικία, για να γλυτώσει από τη σύλληψη των επαναστατών του κινήματος των Ζηλωτών. Κι ύστερα στην Αττική, «όπου έζησε ό,τι πιο όμορφο και ερωτικό», από όπου «επιθύμησε τη μυρωδιά από τα φύκια που μάζευε στο Φάληρο με τα διάφανα νερά»  και όπου ήθελε να γυρίσει. «Αχ και να ΄χε φτερά πουλιού να πετάξει στην Αττική»!

14ος αιώνας, λοιπόν, καθώς «είχε τελειώσει ο πόλεμος πριν αρχινίσει κάποιος άλλος». Ταραγμένη εποχή και «άγριες ιστορίες μες στους μεσαίωνες»! Πόλεμος των Ελλήνων με τους Φράγκους, εμφύλιος με τους Ζηλωτές, επιδρομές Σέρβων, μετακινήσεις πληθυσμών και μια κοινωνία πολυεθνική και πολυπολιτισμική που διαπερνά το έργο· αναμνήσεις από την Τουρκάλα που γνώρισε στην Αττική και από μια γριά Κιρκάσια· κυνήγια μεσαιωνικά με τη συμμετοχή όλων των ανδρών που μένουν γύρω από τον πύργο, βεντέτες κι ένα φάντασμα που ζητά να πάρουν εκδίκηση για τον άδικο χαμό του. Και πάλι αναδρομές, πολλαπλές, συνειρμικές, με τον Άγιο Δημήτριο, τον καβαλάρη,  που «γυρνούσε στα τείχη να σώσει τη Σαλονίκη, κάθε φορά που την πολιορκούσαν από στεριά και θάλασσα»  και στην Αττική, στο μοναστήρι πάνω στον Υμηττό,  όπου έζησε τα εφηβικά της χρόνια, πριν παντρευτεί και καταλήξει στον πύργο.

Κάπου ανάμεσα, αναμνήσεις από την εγκυμοσύνη -σκληρές, συνταρακτικές-, οι διακυμάνσεις της μητρότητας, η πάλη με τον Χάροντα για τη ζωή του γιου, η συζυγική σχέση, η βία, η κακοποίηση. Στοιχεία διαχρονικά, που απασχολούν και σήμερα, που ζητούν αιώνες τώρα λύση και δικαίωση. Και πάνω από όλα, το γυναικείο σώμα, το πλέον κυρίαρχο στοιχείο στο έργο, και η δίψα για ηδονή.  Η δυναμική του θηλυκού κορμιού, η εξουσία που ασκεί στο μυαλό, στις αποφάσεις και στις πράξεις της Ειρήνης, μιας γυναίκας, όλων των γυναικών!

Πρόξενος αυτού του πάθους της πρωταγωνίστριας ο ξένος. Ένας άντρας με φως, που κινητοποιεί δεκάδες φαντασιώσεις και  την παρασύρει σε μοναχικές, άγρυπνες νύχτες από τη στιγμή που φτάνει στον πύργο. Η Ειρήνη βασανίζεται ανελέητα φτάνοντας να αναρωτηθεί «γιατί δεν έφυγε στο μοναστήρι αντί να παντρευτεί; Να ζήσει σε απόλυτη ηρεμία την υπόλοιπη ζωή της […] να αποφύγει τα χάδια και την εκπόρθηση». Κινούμενη ανάμεσα στη σφοδρή επιθυμία για τον ξένο, στη σωματική τυραννία και στη δίψα για έρωτα και τρυφερότητα, σκέφτεται: «ίσως σκοτώσει όλες τις γυναίκες να μην μπορεί πια να συνεχιστεί το γένος των ανθρώπων, να αφανίσει καθετί το θηλυκό, να μείνουν λίγοι άντρες να περιμένουν πάνω στα χαλάσματα το τέλος τους, να σβήσει κάθε ανθρώπινη παρουσία».  

 

Ποια είναι τελικά η Ειρήνη; Γιατί περνά τόσο συχνά από το μυαλό της ο θάνατος, σαν εναλλασσόμενη ιδέα με τη δίψα της για ζωή; Ζηλεύει τον ξένο, τη μοίρα των αντρών και «σπαράζει εις τους αιώνας κλαίει βουβά μιαν αγάπη, που δεν άγγιξε το κορμί της», μα θα σχεδιάσει τελικά μια συνάντηση με τον ξένο, στο μοναχικό της δωμάτιο μια νύχτα στον πύργο. Το φως του ξένου, το φως της Ειρήνης, το φεγγαρόφωτο πάνω στα μαύρα της μαλλιά, «γυναίκα φεγγαρίσια λουσμένη στο φως»  και, τέλος, ένα φως ανέσπερο.

Το έργο ολοκληρώνεται με ένα συγκλονιστικό σχήμα κύκλου, με έναν θρίαμβο του Έρωτα και με μια μετάβαση αμετάκλητη. Καθώς οι μυρωδιές, η μουσική, τα τοπία, τα συναισθήματα, οι φαντασιώσεις, οι αλήθειες του γυναικείου ψυχισμού κατακλύζουν το βιβλίο,  δημιουργούνται αντιθετικά ζεύγη ανάμεσα στους βίαιους άνδρες του έργου, με τα σπαθιά τους και τη σκληρότητα, απ’ τη μια, και τους αγίους και τις αγίες των εικόνων, τις αγνές  μοναχές, τον Νυμφίο και τον ιδεατό  ξένο, απ’ την άλλη. Η συγγραφέας υψώνεται σε ένα επίπεδο πέρα από την πεζογραφία, χρησιμοποιώντας στοιχεία της Μοντέρνας Ποίησης. Ειδικά, η στίξη κονταροχτυπιέται με τους κανόνες και φυγαδεύεται σε ένα πλαίσιο ποιητικό, για να δηλώσει άλλοτε την έμφαση κι άλλοτε για να προσδώσει ρυθμικότητα ή απλώς για να μην υπακούσει στο αναμενόμενο. Η αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, κάποτε γίνεται «εγώ» και κάποτε «εμείς», σε ένα συνεχές σεργιάνι σε χρονικά επίπεδα και αφηγητές, σε τόπους και τοπία, ανάμεσα στον πόλεμο και τη γαλήνη, τον θάνατο και τη ζωή.

Η Ειρήνη ενσαρκώνει ρόλους διαφορετικούς, κι εμείς ακόλουθοί της στα διάφορα στάδια της ζωής της, εισχωρούμε στα φυλλώματα της ψυχής της και μαθαίνουμε τα πιο φλογερά μυστικά της. Και σε όλο αυτό το αδιάκοπο ταξίδι, η Ιστορία λανθάνει χωρίς να κραυγάζει, στήνει το σκηνικό που πλαισιώνει την ύπαρξη μιας γυναίκας, που θα μπορούσε να ζει και ανάμεσά μας,  στον 21ο αιώνα.

Η κυρία Παπαδημητρίου συνέγραψε ένα ολιγοσέλιδο αριστούργημα, ένα ποιητικό πεζογράφημα, ένα μεσαιωνικό χρονικό με ψυχογραφικό βάθος σπάζοντας τους κανόνες της στίξης και επιδιώκοντας την ανατροπή, έναν ύμνο στη Γυναίκα όλων των εποχών. Υποθέτω ότι το επέλεξε για μένα όχι μόνο λόγω του πύργου, αλλά γιατί διαισθάνθηκε ότι υπηρετώ επιστημονικά την Ιστορία, αλλά πάνω από όλα γιατί ένιωσε την βαθιά πίστη μου στον αγώνα των γυναικών για έναν γαλήνιο, ειρηνικό κόσμο, μεστό από αγάπη και ηδονή που υψώνεται πάνω από την υλική μας φύση.

* Η Ηλέκτρα Αλεξάκη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της πόλης της ό,τι χρειαζόταν για να κάνει πραγματικότητα το παιδικό της όνειρο για περιπλανήσεις και καταδύσεις στο παρελθόν. Εργάζεται σε χώρο όπου αντηχούν φωνές εφήβων και  διακινείται ακατάπαυστα το Πνεύμα της Επιστήμης και της Τέχνης. Γράφει κριτικές για όσα βιβλία την τέρπουν ή την συγκινούν, ενώ συνεχίζει ταυτόχρονα τις σπουδές της στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *