14/9/2024
Είχαμε να περάσουμε μια μέρα στη Σμύρνη.
Από την ώρα που φτάσαμε, κάτι μας έτρωγε..
Μύριζε ο καυτός αέρας του Αυγούστου καπνό και παντού μου φαίνονταν πως ακούγονταν φωνές ικεσίας…
“Δεν μπορώ να μείνω σ’ αυτήν την πόλη…
Δεν αντέχω…
Πάμε να φύγουμε…”
Νοικιάσαμε ένα αυτοκίνητο και είπαμε να τραβήξουμε, βόρεια, για το χωριό του παππού του, το Αξάρι.
Ολη η οικογένεια ξεκληρίστηκε το 22..
Mόνον ο παππούς επέστρεψε φαντάρος από το μέτωπο για να λέει τις ιστορίες.
Να διασώσει ζωές, μνήμες, ιστορίες για τους επερχόμενους.
Οδηγούσε σα χαμένος…
Στην άκρη του δρόμου, μια γιαγιά κυρτωμένη από τα βάρη της ζωής και τα χρόνια, με αργά βήματα, κουβαλούσε ένα καλάθι γεμάτο σταφύλια και σύκα.
Η μαύρη μαντίλα σκέπαζε το πρόσωπό της.
Σταματήσαμε για να την πάρουμε μαζί μας, να την πάμε μέχρι το σπίτι της…
Μόλις μας είδε μπροστά της, άφησε κάτω το καλάθι, έριξε την μαντήλα στο ώμο της και μας κοίταξε καταπρόσωπο.
Ετριψε τα μάτια της για να δεί καλύτερα.
“Ρωμιοί, θα είστε”, ψιθύρισε κουνώντας το κεφάλι.
“Ρωμιοί”, της απαντήσαμε.
“Και τι θέλετε σε τούτα τα μέρη…”
“Ηρθα να προσκυνήσω τον τόπο της γιαγιάς και του παππού μου…”
Της απάντησε…
Κάθισε κάτω…
Ξεσκέπασε το καλάθι με τ’ αμπελόφυλλα και μας κέρασε για το καλωσόρισμα…
Την πήραμε μαζί μας και μας οδήγησε στο φτωχικό της…
Μας έλεγε ιστορίες, μέχρι που βράδυασε…
Για εκείνους που έφυγαν…
Για εκείνους, ζωντανοί ή πεθαμένοι, που έμειναν…
Από ένα παλιό σεντούκι έβγαλε ένα κομπόδεμα.
Το έλυσε με ευλάβεια.
Ηταν ένα μικρό χρυσό σταυρουλάκι.
Το φίλησε και ύστερα του το έδωσε…
“Να το έχεις για πάντα μαζί σου…
Μπορεί και να ήταν της γιαγιάς σου..
Το βρήκα τη μέρα του μεγάλου χαμού…
Οταν είχε κλείσει ο ουρανός απ’ τις φωτιές..”
Tόσα χρόνια και ακόμα δεν ξέρει αν πράγματι την συνάντησε εκείνη τη γιαγιά ή την είδε στο όνειρό του…
Ομως, εκείνο το σταυρουλάκι δεν το βγάζει από πάνω του…
ΙΩΝΙΑ…
ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Οσα χρόνια και να περάσουν..
ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ…
αλιευμένο από Κωνσταντίνο Τριανταφυλλάκη
