17/9/2024
γράφει: ο Αλέξανδρος Νάρης*
Ο χώρος δεξιά της Νέας Δημοκρατίας είναι γνωστό πως έχει προβλήματα. Πέρα από την απαξίωση που υπάρχει στο υπόλοιπο εκλογικό σώμα, την δυσκολία που υπάρχει να πετάξουν έξω ρατσιστές και πραγματικούς νεοναζί, καθώς αυτοί οικειοποιούνται συνθήματα πατριωτικά, κάνοντας εύκολο στους αντιπάλους να χρεώσουν σε έναν ολόκληρο κόσμο εμετικές ιδεολογίες, υπάρχει και η κοινωνική στοχοποίηση όσων αποφασίζουν να εμπλακούν ενεργά, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις τόσο στον κοινωνικό τους περίγυρο, όσο και στον επαγγελματικό τους.
Τα τελευταία χρόνια όμως το κόλπο πλέον δεν πιάνει. Τόσο αυτοί που ψηφίζουν Ταυτοτικά – Πατριωτικά κόμματα, όσο και αυτοί που συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτά, αδιαφορούν πλήρως για τους γελοίους χαρακτηρισμούς που τους προσάπτουν, προτάσσοντας την ουσία της αντιπαλότητας μεταξύ της woke κυρίαρχης ιδεοληψίας και του οράματος μια υγιούς, στιβαρής και ευημερούσας κοινωνίας. Το πλέον ενδιαφέρον όμως είναι, ότι αυτή η αντίσταση δεν εδράζεται σε κάποιους φαντασιακούς χώρους της εργατιάς ή των αγκαούγκων (λούμπεν για τους κουλτουριαραίους), αλλά είναι γέννημα – θρέμμα της Μεσαίας Δυτικής Τάξης που αρνείται να πεθάνει, δημιουργώντας ένα απρόσμενα ισχυρό κύμα αντίστασης που συγκλονίζει τη Δύση. Ναι, αυτής της οποίας είμαστε μέρος, εκφραζόμενο με διαφόρους τρόπους σε όσες περιοχές του πλανήτη οι αξίες αυτού που αποκαλούμε “Δυτικός Πολιτισμός” είναι κυρίαρχες.
Αυτή η διαμάχη δεν έχει καθόλου βέβαιη κατάληξη, καθώς από τη μία μεριά οι woke ελίτ που κυριαρχούν στο πολιτικό και πολιτιστικό πεδίο, δεν περίμεναν μια τέτοιας μεγέθους και έντασης αντίσταση, κι από την άλλη δεν υπάρχει ένας ξεκάθαρος ιδεολογικός χώρος, αλλά είτε πολυδιασπασμένοι και δύσκολα συνεννοήσιμοι κομματικοί μηχανισμοί, είτε μια θολοκουλτούρα, όπου βρίσκουν πεδίο δόξης λαμπρό τα πλέον οπισθοδρομικά στοιχεία της κοινωνίας. Την λύση φαίνεται να φέρνουν οι όποιοι χαρισματικοί ηγέτες – Τραμπ, Λεπέν, Ορμπάν, Μελόνι, Μπολσονάρου – με την εξαίρεση του κινήματος Εναλλακτική για την Γερμανία, του Ισπανικού VOX και του Πολωνικού PiS, που πλέον έχουν καταστεί διακριτός πολιτικός χώρος με κυβερνητική προοπτική, ανεξάρτητα από το ποιος ηγείται.
Τι γίνεται στην Ελλάδα
Αυτά εις τας Ευρώπας. Διότι εδώ, ως συνήθως, τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Ο εγχώριος Πατριωτικός Μπαξές έχει τα πάντα. Από κραυγάζοντες γραφικούς και νοσταλγούς του Χίτλερ, μέχρι σοβαρούς ανθρώπους με βαθιά πολιτική σκέψη και δράση δεκαετιών, που χαντακώνονται εκλογικά από τριτοδεύτερους ηθοποιούς και την κυρά-Γαλάτω, οι οποίοι έχουν το γιγαντιαίο πλεονέκτημα του να αρχίζει το επώνυμό τους από “Α”… Κι όταν δεν τρακάρουμε πάνω στο πρώτο γράμμα της Αλφαβήτου, γκεμοτσακιζόμαστε από την ιδιοτέλεια είτε των πολιτικών αρχηγών, είτε των κομματικών μηχανισμών (εμείς του πατριωτικού χώρου πρώτα κάνουμε μηχανισμούς και μετά κόμμα). Αποτέλεσμα; Βουλευτές – τουρίστες στην καλύτερη περίπτωση (βλέπε Νομό Λάρισας), βουλευτές – κωμωδίες στην χειρότερη (βλέπε Σπαρτιάτες).
Και φυσικά η ψήφος στο “Α” δείχνει και την ποιότητα των ψηφοφόρων. Για να μην χαϊδεύουμε αυτάκια και μυτούλες, κατηγορώντας άλλους ότι είναι είτε στρατιωτάκια (ΚΚΕ) είτε ρηχοί (ΝΔ). Τουλάχιστον οι ρηχοί ψάχνουν στο ψηφοδέλτιο να βρουν το όνομα “Μελέτη Ελεονώρα”…
Κι επειδή τέτοια στρούγκα τέτοιο γάλα, βλέπεις και τους αρχηγούς αυτών των κομμάτων να σκίζουν ιμάτια ότι ποτές μα ποτές εμείς δεν θα συνεργαστούμε με την Νέα Δημοκρατία.
Γιατί ρε θείο; Επειδή ο Καρατζαφέρης έφαγε τα μούτρα του σε μια εποχή χάους, πανικού κι ομίχλης, θα τους αφήσουμε να κάνουν ό,τι θέλουν, αρκεί να κρατήσουμε το μαγαζάκι μας και να παραμυθιάζουμε τα κορόϊδα;
Για να το κάνω πιο λιανό, για κοιτάξτε μια αντίστροφη περίπτωση: Γιατί απέτυχε ο Σαμαράς ως Πρωθυπουργός σε κάθε κίνηση του; Ένας από τους κύριους λόγους ήταν ο Βενιζέλος, ο οποίος έβαζε βέτο σε οτιδήποτε δεν συνέφερε στην κλίκα του ή στην ιδεοληψία του. Ένα κόμμα (το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου) που έφτασε στο 4%, έπαιξε καίριο – και καταστροφικό – ρόλο στην πορεία του τόπου και τελικά όχι μόνο δεν έχασε, αλλά μου βγαίνει και το παίζει υπεύθυνη δύναμη μοστράροντας στη δεύτερη θέση, όχι αποκηρύσσοντας, αλλά επενδύοντας σ’ αυτή την περίοδο!
Γιατί κάτι τέτοιο οι δεξιά της Νέας Δημοκρατίας το αρνούμαστε μετά βδελυγμίας; Τι το κακό έχει μια συνεργασία προγραμματικών θέσεων και τρέμει το φυλλοκάρδι μας όποτε την ακούμε; Γιατί όταν μιλάμε με νεοδημοκράτες έχουμε τέτοια ταύτιση σχεδόν σε κάθε θέμα, κι όταν έρχεται η ώρα της κυβερνησιμότητας, οι μεν αλληθωρίζουν στο ΠΑΣΟΚ παρακαλώντας να βγει η Διαμαντοπούλου και οι δε φτύνουν τον κόρφο τους;
Γιατί μάλλον τόσο μπορούμε.
Βγήκε ο Κρανιδιώτης και είπε φυσικά και θα συνεργαστώ με την Νέα Δημοκρατία, άρπαξε ένα μεγαλόπρεπο 0,5% και πήγε να εξασκήσει ξανά την δικηγορία και να γράφει άρθρα σαν κι ελόγου μου. Βγήκε η Λατινοπούλου και είπε ότι Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να είναι είτε ο Σαμαράς είτε ο Καραμανλής κλείνοντας το μάτι στους νεοδημοκράτες που τα πήραν κρανίο με την Μητσοτακική πασοκολαίλαπα, και πέσαν να την φάνε οι Μπατριώτες, μια κι αυτοί έχουν, ξέρουν καλύτερα. Λες και ο Μητσοτάκης πάει καρφί για το 20% εξαιτίας τους, κι όχι εξαιτίας της κρίσιμης μάζας των Νεοδημοκρατών που τόσα χρόνια κοιτούσαν την κυβερνησιμότητα πριν την ιδεολογία και με τα καμώματα του αρχηγού τους, άρχισε επιτέλους το ματάκι να γυαλίζει.
Η Τέχνη του Εφικτού
Αυτή η κρίσιμη μάζα έχει το κακό ελάττωμα να κοιτάει το εφικτό. Μήπως να μάθουμε κι εμείς αυτή την λεξούλα; Μήπως όλοι αυτοί που βγάζουν σπυράκια όταν ακούν για συνεργασία και Πρόεδρο, προτιμούν την σημερινή καρικατούρα ή κάτι σαν τον έρμο τον Παυλόπουλο, παρά να αποκτήσει επιτέλους ο θεσμός λίγη σοβαρότητα;
Όσο η έννοια του εφικτού είναι άγνωστος όρος, κι όσο απέναντι στον ενδοτισμό της Μητσοτακικής ελίτ δεν βάζουμε σοβαρότητα κι ενωτική οπτική, προκοπή δεν πρόκειται να δούμε. Ούτε ως χώρος, ούτε ως χώρα. Αντίθετα, θα καμαρώνουμε τα βλαστάρια μας να χαζεύουν σε pride παρελάσεις, τα γκέι ζευγάρια να γίνονται περήφανοι γονείς, τα Πανεπιστήμια να παραμένουν χώροι αριστερής ασυδοσίας, η κοινωνική ασφάλεια και η αυτονόητη ευημερία να γίνονται όνειρο θερινής νυκτός και η γεωπολιτική θέση της χώρας να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην “σωστή πλευρά της ιστορίας” και στο “νά ‘χαμε να λέγαμε”. Όλα τα άλλα είναι στην σφαίρα μια φαντασιακής επανάστασης, την οποία όχι μόνο δεν έχουμε τα κάκκαλα να κάνουμε, αλλά αν παρ’ ελπίδα μας έσκαγε καμιά τέτοια στα χέρια, όχι μόνο δεν θα μπορούσαμε να την διαχειριστούμε, αλλά ακόμα και στους χειρότερους εφιάλτες μας, αδυνατούμε να φανταστούμε τις επιπτώσεις και την διάρκεια της κόλασης που θα πέφταμε.
Θα μπορούμε φυσικά να λέμε ότι είμαστε αμόλυντοι, καθαροί και άσπιλοι, δεν το λες και λίγο. Κι όταν θα πέφτουμε στον γκρεμό μαζί με τους “χαζούς” που δεν καταλαβαίναν και τους άλλους, τους λερωμένους κι άπλυτους, θα μπορούμε δικαιωμένοι να τους λέμε “ορίστε, εμείς τα λέγαμε”. Και θα το κάνουμε κοιτώντας τους αφ’ υψηλού, όλα εκείνα τα δευτερόλεπτα που χρειάζονται από την αρχή της πτώσης μέχρι το γκρεμοτσάκισμα.
* Ο Αλέξανδρος Νάρης είναι αξιωματικός ε.α., πρώην Δημοτικός Σύμβουλος και συγγραφέας
