16 Μαρ 2024
Πέτρος Ιωάννου (enotikos.gr)

Chased Through Athens | Jason Bourne (2016) | All Action

————————————————-
16 Μαρ 2024
Το Χόλιγουντ μας εκπαιδεύει… γιγνόμενο προάγγελος κακών ειδήσεων; Η σειρά ”Jason Bourne” στην τελευταία της έκδοση του 2016 δείχνει την Αθήνα φλεγόμενη και το ΚΚΕ να έχει εξεγερθεί μαζί με εθνικιστές … Στρατιωτικός Νόμος να εξαγγέλεται παρασυνταγματικά… Στον παρόντα χρόνο η μεταπολιτευτική συμφωνία του αστικού καθεστώτος με το ΚΚΕ και την Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι σε ισχύ. Οι δύο αυτοί οργανισμοί θεωρούνται Ρωσικής επιρροής και με πρόσχημα την ρητορική μίσους και την αντισυμβατικότητά τους θα θεωρηθούν εγκληματικές οργανώσεις εκτός νόμου…
Γεγονότα με άξονα + – το 2026. Πόσο αξιόπιστη είναι η ερμηνεία του συνομιλούντα; Αρκετοί μεσαίοι έως επιμελείς μαθητές στα νιάτα μας θυμόμαστε τον Ματρώζο είτε απ΄την Ιστορία είτε απ΄τα θεατρικά στα σχολειά μας. Εξαιρετικός μπουρλοτιέρης μαζί με τον Κανάρη. Υπήρξε ο φόβος και ο τρόμος τούρκικων ναυαρχίδων. Ο Κωνσταντίνος Αντωνάκης 5η Ματροζαίικη γενιά δεν έχει λόγους ν΄αραδιάζει μυθοπλασίες.
Μακάρι το Jason Bourne νάναι μια ανέμελη επιστημονική φαντασία, μυθοπλασία και να κυλήσουν όλα όμορφα κι απλά αλλά χώρες ισχυρές, ΝΑΤΟ κ.ο.κ 10ετίες ολόκληρες επεξεργάζονται σενάρια επί σεναρίων κι όποιο τους κάτσει… Για να θυμηθούμε και τα μαθητικά μας χρόνια παραθέτω τον :
« Ματρόζο» του Σπετσιώτη λογοτέχνη Γεωργίου Στρατήγη
Ο Σπετσιώτης αγωνιστής, χάρισε τα πάντα στην πατρίδα, έφθασε στα γεράματά του να είναι φτωχός, αγνοημένος, όταν πρώην ναύτες του έγιναν καπεταναίοι κι ο συμπολεμιστής Κανάρης, Υπουργός Ναυτικών. Γεννήθηκε στην Ύδρα. Πήρε μέρος στη Ναυμαχία του Καφηρέα (1824 / πυρπόλησε, φρεγάτα εν πλώ). Στη ναυμαχία του Γέροντα ένα μπρίκι. Πήρε μέρος και σ’ άλλους αγώνες.
Τον Κανάρη, που είχε γλυτώσει κοντά στην Τένεδο, πήγε να συναντήσει ο γερο-Ματρόζος, όταν η πείνα τον έζωσε (ο Όθων τού έδινε τα Τουρκοβούνια, κι αρνήθηκε, επιμένοντας για σύνταξη, που δεν ήρθε ποτέ) Στο Υπουργείο, τον σταματά κάποιος με υπεροψία. Κατά καλή του, τύχη, άκουσε ο Υπουργός, Κανάρης, κι ο Ματρόζος δεν έφυγε πικραμένος. Ο Ματρόζος μ΄ όψη ζητιάνου, λέει στον ”χρυσοντυμένο” υπασπιστή.
«Παιδί μου είναι πάνω ο Κωνσταντής;»
«Ποιος Κωνσταντής;»
«Αυτός… ο Ψαριανός»
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!»
Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού :
«Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!»
Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή
Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
«Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…»
«Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει
«τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…».
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.
«Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;»
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό
«πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;»
Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια…
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα
Απ’ έξω απ’ την Τένεδο θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.
Σε καμαρώνω από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και «όρτσα! μάινα τα πανιά!» φωνάζω στα παιδιά μου
Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα
ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε
Οι ναύτες μου φωνάζανε: «Τι κάνεις καπετάνο;»
Κι εγώ τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…».
Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο
κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε – θυμάσαι; Σου φωνάζω
«Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς», μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…»
«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει
