Τον Αύγουστο του 1922 ο αμερικανός Πάστορας Jennings έτυχε να εργάζεται στη Σμύρνη ως βοηθός υπεύθυνος σε ένα κέντρο νεότητας, και είχε ζήσει από κοντά τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Συγκεκριμένα, βρέθηκε στην προκυμαία της Σμύρνης εκείνες τις μέρες που δεκάδες χιλιάδες Έλληνες έψαχναν ένα πλοίο, μια βάρκα ή ένα καρυδότσουφλο έστω, για να τους περάσει στα απέναντι Ελληνικά νησιά και να σωθούν.
Ο Ελληνικός στρατός και στόλος είχε προλάβει κατά ένα μεγάλο μέρος του να φύγει, το ίδιο έκανε και ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης φροντίζοντας να… “διασώσει” αυτά που θεωρούσε πιο πολύτιμα, δηλαδή όλα τα χρήματα και τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Την φλεγόμενη περιοχή είχαν φροντίσει να εγκαταλείψουν οι πλείστοι αξιωματούχοι, Έλληνες και ξένοι…
Μόνο κάτι σκόρπια ξένα πολεμικά πλοία από τις ΗΠΑ, την Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία, παρατηρούσαν από μακριά τους απελπισμένους και καταδιωκόμενους Έλληνες με διαταγές όμως από τις κυβερνήσεις τους να παραμείνουν απαθή…
Ο Jennings βλέποντας το αποτρόπαιο σκηνικό, δε χάνει καιρό. Τρέχει, παρακαλάει μα κανείς πλοίαρχος δεν αποκρίνεται…